Φωτιές Στη Σκιά

«Άνθρωποι συνεχίζουν την άνοδο. Το βρίσκω τελείως παράλογο!  Σπρώχνω με δύναμη τη πόρτα να κλείσει, ώστε να εμποδίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους, να μπουν μέσα….»

06 Ιουλίου 2020

Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Η πόλη είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. Σε πολλά σπίτια έχει κοπεί το ρεύμα. Περιεργάζομαι τ’ άδειο σπίτι. Ένας άνθρωπος λείπει, λόγω θανάτου. Καταλαβαίνω πως η εξώπορτα είναι ανοιχτή. Ακούω μια γυναίκα, να μιλά στο τηλέφωνό της. Κοιτάζοντας έξω, βλέπω κόσμο ν’ ανεβαίνει τις σκάλες. Μιλούν μεταξύ τους. Ακούω πως ψάχνουν να βρουν κάποιο γραφείο. Μπερδεύομαι. Δεν είναι λογικό. Τα γραφεία βρίσκονται στο διπλανό κτήριο. Άνθρωποι συνεχίζουν την άνοδο. Το βρίσκω τελείως παράλογο!  Σπρώχνω με δύναμη τη πόρτα να κλείσει, ώστε να εμποδίσω όλους αυτούς τους ανθρώπους, να μπουν μέσα. Μια κοπέλα πλησιάζει. Ανήσυχη ψάχνει τον συγκάτοικό μου. Θέλει κι αυτή να κατευθυνθεί στο γραφείο. Λέει πως η επόμενη μέρα, είναι σημαντική γι’ αυτήν. Έτσι κατευθύνεται προς τα ‘κει, για να περάσει εκεί τη νύχτα της.

Σκεφτόμαστε (εγώ κι αυτός) ν’ ανέβουμε κι εμείς προς τα πάνω. Να εξακριβώσουμε μόνοι μας τι ακριβώς συμβαίνει. Υπήρχε στ’ αλήθεια, αυτό το γραφείο; Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται ένας γείτονας. Μόνο που φορούσε κάτι παράξενα ρούχα, με τα οποία δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ. Καθώς μιλούσε, κατάλαβα πως τον απασχολούσαν μερικά παράξενα πράγματα, σα να πήγαινε πάλι στο σχολείο. Αναφερόταν σε μαθήματα κι εξετάσεις. Πιο πολύ απ’ όλα όμως, με παραξενεύει το μπουφάν του. Σκέφτομαι πως μου θυμίζει κατά κάποιον τρόπο, εξερευνητή.  Άσε που ξαφνικά, μου φαίνεται πολύ νεότερος.

Τότε αντιλαμβανόμαστε, κάτι να καίγεται. Αρχίζουμε να κατευθυνόμαστε προς το δρόμο, για να καταλάβουμε τι γίνεται. Το σούπερ μάρκετ στη γωνία του δρόμου, που πρόσφατα είχε αλλάξει διεύθυνση κι είχε ανακαινιστεί, καιγόταν ολοσχερώς. Άνθρωποι συζητούσαν τριγύρω κι ενημερωνόμαστε πως πρόκειται για εμπρησμό. Φωτιά και σκοτάδι σε τέλεια αντίθεση. Δε καταλαβαίνω, γιατί οι πόρτες του απέναντι κτηρίου (που το χώριζε ένα τεράστιο πάρκινγκ, με το φλεγόμενο κτήριο), είναι ανοικτές. Τι στο καλό κάνει ο κόσμος, που συρρέει εκεί;

Συναντάμε κάποιους φίλους. Μοιάζει να μην τους αγγίζει καθόλου, όλο αυτό που εκτυλίσσεται τριγύρω. Μιλούν έντονα μεταξύ τους, αναλύοντας τη μουσική επικαιρότητα. Συνειδητοποιώ, πως αυτό το οποίο αποκαλούν οι ίδιοι επικαιρότητα, συνέβη 3-4 δεκαετίες νωρίτερα. Το ντύσιμό  τους, ίδιο με τη μουσική. Συνεχίζουν την έντονη διαφωνία τους, σχετικά με την εξέλιξη που θα ‘χουν τα συγκροτήματα, για τα οποία μιλούν, μέσα στο χρόνο. Αντιστέκομαι στο πειρασμό, να τους αποκαλύψω αυτή τη πορεία. Για πρώτη φορά, περνά απ’ το μυαλό μου, πως παρότι ο χώρος είναι ίδιος, κάτι δε πάει καλά με το χρόνο. Ταυτόχρονα, στις αναλαμπές της φωτιάς, παρατηρώ πως στα σημεία, που πριν βρίσκονταν οι κάδοι σκουπιδιών, τώρα έστεκαν κάτι παράξενα μεταλλικά δοχεία, που δυσκολεύομαι να ερμηνεύσω τη χρήση τους.

Γυρίζω στο διαμέρισμα. Συνειδητοποιώ πως ο συγκάτοικός μου, μιλά με κάποιον για θέματα τεχνολογίας, στο γραφείο του επάνω ορόφου. Φωνάζω, δε μου απαντά κανείς. Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται! Αφού το γραφείο βρίσκονταν στο διπλανό κτήριο, όχι στον επάνω όροφο! Συγκεκριμένα θυμάμαι, πως το γραφείο βρίσκεται πάνω απ’ το παλιό μαγαζί. Μπερδεύομαι πάλι. Το κτήριο εκείνο, έχει γκρεμιστεί από χρόνια. Όμως το μαγαζί, είχε ανοίξει πάλι. Οι άνθρωποί του ήταν μέσα, μαζί και κάποιοι πελάτες. Ήταν όμως πολύ σκοτεινό. Σαν να μην είχε κι αυτό ρεύμα. Τα ράφια του έμοιαζαν, με προθήκες παλαιού κάστρου. Αψιδωτός ξύλινος διάκοσμος, πλαισίωνε το κάθε ράφι και στο πάνω μέρος του, το στεφάνωναν σκαλιστά ξύλινα λουλούδια. Μερικά κεριά στο εσωτερικό των αψίδων, έριχναν φως. Ξαφνικά τα κεριά φούντωσαν κι η φωτιά ξεχύθηκε κάθετα στα ράφια. Τα κατάπιε.

Δεν ξέρω από που ακριβώς, αλλά εμφανίζεται πάλι, η πανικόβλητη κοπέλα. Τη συνοδεύω στο χώρο που προτίθεται να μείνει. Φτάνουμε. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Συνειδητοποιώ, πως βλέπω τη θέα, της άλλης μεριάς της πόλης. Προσπαθώ να εξηγήσω στη κοπέλα τι γίνεται, αλλ’ αρνείται να με καταλάβει. Επιμένει πως η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου, είναι ολόιδια, με το χώρο που η ίδια, είχε τακτοποιήσει τα πράγματά της νωρίτερα. Μάλιστα η οικειότητα με το περιβάλλον, την ωθεί να ψάχνει και να τα βρίσκει, στο ίδιο σημείο που τα ’χε τακτοποιήσει. Είμαι όμως σίγουρη, πως εδώ ήταν μια διαφορετική τοποθεσία!

Δεν έχει νόημα. Αποφασίζω να γυρίσω σπίτι. Ψάχνω το συγκάτοικό μου. Το διαμέρισμα είναι σκοτεινό. Ακούω τη φωνή του. Δεν μπορώ όμως να τον βρω. Μέσα ‘κεί, δεν μπορώ να δω τίποτα. Όχι γιατί δεν έχει φως, αλλά κάτι ακαθόριστο λείπει. Συνεχίζω ν’ ακούω τη φωνή του. Τον φωνάζω κι εγώ, αλλά δεν τον βλέπω πουθενά. Ψάχνω. Σηκώνω ακόμα και τις κουβέρτες. Δεν είναι πουθενά. Σιγά – σιγά, η φωνή ακούγεται όλο και πιο απόμακρη. Πιο αδύναμα, πιο αδύναμα… πιο αδύναμα…

Χάθηκε!

 

 

Tags: Flash-fiction , flashfiction , The Weird Side Daily , Άνθρωπος , αντίθεση , βράδυ , γείτονας , γειτονία , γραφείο , γυναίκα , διαμέρισμα , διαφωνία , δρόμος , εμπρησμός , εξερευνητής , εξετάσεις , θάνατος , κάδοι , κάστρο , κεριά , κοπέλα , κόσμος , Μουσική , μπουφάν , νύχτα , παράθυρο , πόλη , ράφια , ρεύμα , ρούχα , σκοτάδι , σκότος , σπίτια , Συγκρότημα , συγκροτήματα , τεχνολογία , φίλοι , φίλος , φλόγες , φως , φωτιά , Χαρά Κωστοπούλου , Χορός , χρόνια , χρόνος

Χαρά Κωστοπούλου

Δημοσιεύτηκε Ιούλιος 6, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.