Μπαρδέλο

”Ένας λαιμός κόπηκε και ουρλιαχτά ακούστηκαν, μα οι εφτά ξένοι, αδιαφορώντας για τον πανικό, άρχισαν να σπάνε σβέρκους και να δαγκώνουν λαιμούς. Ο Νταν και ο Τζον με σοκ είδαν ότι έπιναν το αίμα των θυμάτων τους και πάγωσαν στις θέσεις τους.”

31 Οκτωβρίου 2021

Art by Βασίλης Ζήκος

Ήταν ώρες εκεί…

Το μπαρ στην αρχή δεν είχε πολύ κόσμο, μα μια αραιή ομίχλη καπνού είχε αρχίσει να πυκνώνει σταδιακά στην ατμόσφαιρα και όσο οι ώρες περνούσαν τόσο και η μουρμούρα ολόγυρα μεταμορφωνόταν ολοένα και περισσότερο από ψίθυρο σε οχλαγωγία. Η μουσική όταν είχαν έρθει έπαιζε σιγανά, μα αργότερα δυνάμωσε κι αυτή, θέλοντας να υπερκαλύψει την όλη βαβούρα.

Ήταν Κυριακή, 5 Μαΐου του 1974 και ο Τζον με τον Νταν τα έπιναν κι έκαναν χαβαλέ, σε ένα μικρό μπαρ λίγο πιο έξω από τη Νεμπράσκα. Ο προηγούμενος μήνας είχε περάσει με την κυκλοφορία και το τρέξιμο της πρώτης τους ταινίας και τώρα, στο δρόμο του γυρισμού, έχοντας βρει λίγο χρόνο να ξεκουραστούν, αποφάσισαν επιτέλους να το γλεντήσουν όπως του έπρεπε και να διασκεδάσουν. Όχι ότι η ταινία ήταν και κανένας θρίαμβος δηλαδή, άσχετα από το τι έλεγαν στον κόσμο, αλλά ναι, όφειλαν να παρτάρουν.

Είχαν κάνει κεφάλι λοιπόν, όταν ένας τριαντάρης στριμώχτηκε δίπλα τους στη μπάρα και ζήτησε μια σόδα.

Σόδα!

Αν ήταν δυνατόν!

«Ρε φίλε ντροπή…» του έκανε ο Τζον.

«Συγνώμη;» απόρησε ο ξένος που δεν είχε πολυκαταλάβει ποιος του είχε απευθύνει το λόγο και τι του είχε πει.

«Μα σόδα; Άσε μας να σε κεράσουμε κάτι…» πρόσθεσε ο πιο μαζεμένος Νταν, που το αλκοόλ του είχε λύσει την γλώσσα και ακύρωσαν γρήγορα την παραγγελία για κάτι πιο βαρύ. Ήταν και οι δυο κάπως χίπιδες στην συμπεριφορά, δεν ήταν περίεργο να κερνάνε έναν ξένο, είχαν λόγο άλλωστε, η ταινία είχε ενθουσιάσει κάποιο κόσμο…

Ο άντρας γέλασε αυθόρμητα και ένευσε καταφατικά. Ο Τζον τον περιεργάστηκε, είχε ενδιαφέρουσα μορφή. Ενώ ο ίδιος ήταν μακρυμάλλης και καλοξυρισμένος και ο Νταν είχε πεταχτά μαλλιά και μούσια, ο άντρας είχε ξυρισμένο κεφάλι, μα η όψη του δεν ήταν σκληρή ή τρομαχτική –όπως συνέβαινε συνήθως σε σχετικά νέους ανθρώπους με τέτοια κόμμωση- μα μελαγχολική και ίσως βασανισμένη. Είχε ένα περίεργο μουσάκι που δεν του πολυπήγαινε, μα με το που τους είχε χαμογελάσει το πρόσωπό του είχε λάμψει από καλοσύνη. Ίσως να χαμογελούσε σπάνια ή μόνο για να καταπραΰνει και να καθησυχάσει τον πόνο των άλλων.

Ώπα! Βασανισμένη όψη; Το πρόσωπό του είχε λάμψει; Το χαμόγελο ήταν σπάνιο για να καταπραΰνει; Αυτό ήταν! Ή είχαν αρχίσει να αλλάζουν οι σεξουαλικές του προτιμήσεις ή το ποτό δούλευε πλέον για τα καλά μέσα του!

«Μου αρέσουν οι αντιστάσεις σου πάντως φίλε μου…» είπε ο Τζον για να ξελαμπικάρει από το ονειροπόλημα που του προκαλούσε η μορφή του ξένου. «Με το που σου προτείναμε, δέχτηκες.»

«Ίσως να προσπαθώ πολύ σκληρά και άνευ λόγου. Προσπαθώ να το κόψω το ρημάδι από την μέρα που το άρχισα, όπως και το τσιγάρο. Δεν έχω απολαύσει ολοκληρωτικά ούτε ένα ποτήρι ούτε ένα τσιγάρο την τελευταία πενταετία. Μα δεν έχω την δύναμη να κόψω τις έξεις μου. Τι να πει κανείς… ήθελα να κατανοήσω πως αντιδρά ο ανθρώπινος νους στη θέα της καταστροφής του…»

«Βαθύ αυτό…» θαύμασε ο Νταν.

«Δεν είναι δικό μου, του Γιουνγκ είναι. Πώς να μην είσαι πομπώδης όμως όταν έχεις προπάππο τον Γκαίτε… Ο στόμφος θα έρρεε στην οικογένεια» έκανε αδιάφορα και πρόσθεσε ένα ευχαριστώ στον μπάρμαν που του έφερε το ουίσκι του. Ύψωσε το ποτήρι του.

«Εις υγείαν!»

«Στους καλλιτέχνες!» είπε ο Τζον.

«Αν υπάρχουν ακόμα…» συμπλήρωσε μελαγχολικά ο άντρας και ήπιαν.

«Σκληρό αυτό που είπες φίλε μου, γιατί να μην υπάρχουν; Εσύ μόλις μας αράδιασες γνωμικά και φαίνεσαι ευαίσθητη και δημιουργική ψυχή, γιατί τόση απογοήτευση;» θέλησε να μάθει ο Τζον, ελπίζοντας να μην είχε ακουστεί σα γκέι με αυτό που μόλις είχε πει.

«Έχεις δίκιο, ίσως η δουλειά να με επηρεάζει. Αυτή με έκανε να ξεκινήσω και τις κακές μου συνήθειες.»

«Μα τόση ώρα μιλάμε και δεν έχουμε συστηθεί…» έκανε ο Νταν και αντάλλαξαν ονόματα, έπειτα από τόση ώρα συνομιλίας, όπως συμβαίνει συνήθως όταν η κουβέντα τρέχει ανάμεσα σε ξένους. «Νταν ο’ Μπάνον.»

«Τζον Κάρπεντερ.»

«Σαμ Λούμις.»

«Και για τι είδους δουλειά μιλάμε;» ρώτησε ο Τζον.

«Ψυχίατρος, ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός… Όπου μπορώ χώνομαι, δέκα χρόνια σπουδές έκανα, πέρασα μια βόλτα από κάθε τομέα. Τώρα πάτησα τα τριάντα, ίσως το μέλλον να αποφασίσει και να μου πει και εμένα. Εσείς;»

Το σκέφτηκαν για λίγο, κοιτάχτηκαν και είπαν εν χορό: «Κινηματογράφος.»

«Δεν μου φαίνεστε για κτίρια» έκανε μια απόπειρα να αστειευτεί ο Σαμ, μα οι συνομιλητές του δεν είχαν πιεί και τόσο για να το βρουν όντως αστείο. « Συγγνώμη, δεν έχω και το καλύτερο χιούμορ. Συγκεκριμένα;»

«Από όλα. Στην τελευταία ταινία μας εγώ πρωταγωνιστούσα, έγραψα το μισό σενάριο και έκανα το μοντάζ.» είπε ο Νταν.

«Εγώ έγραψα το άλλο μισό, σκηνοθετούσα, ήμουν παραγωγός και συνέθεσα την μουσική. Μόλις βγήκε η ταινία μας, λέγεται ‘’σκοτεινό άστρο’’» πρόσθεσε με καμάρι ο Τζον.

«Πολυπράγμονες σαν κι εμένα λοιπόν. Είθε λοιπόν το άστρο σας να είναι φωτεινό στο μέλλον» είπε ο Σαμ με νόημα και ήπιαν και πάλι.

Συνέχισαν για ώρα την κουβέντα τους σε ήρεμο τόνο, μέχρι που κάποια στιγμή είδαν τον Σαμ κάπως ανήσυχο. Τον ρώτησαν χαριτολογώντας τι συμβαίνει και εκείνος τους έδειξε διακριτικά μια παρέα που καθόταν στην άλλη άκρη του κατάμεστου πλέον μαγαζιού. Έξι άτομα, ντυμένα με μαύρα ρούχα και καμπαρτίνες, μακριά μαλλιά και λευκά πρόσωπα, εκ των οποίων κάποια είχαν και τατουάζ πάνω τους σαν αρχαία σύμβολα, κατά μήκος της μύτης και γύρω από τα φρύδια.

«Ε τι σε απασχολεί; Ένα μάτσο φρικιά είναι…» έκανε ο Νταν.

«Τα κοσμικά σώματα είναι τα δάκρυα που έχυσε το σύμπαν για την πτώση του Εωσφόρου…» μουρμούρισε σκεπτικά ο Σαμ, χαμένος στις σκέψεις του.

Ίσως το ποτό να τον έπιανε κι εκείνον σιγά σιγά.

«Το ξέρεις ότι έχεις την τάση να γίνεσαι πομπώδης ε;» έκανε πειραχτικά ο Τζον.

«Ένα ακόμα χούι, φίλε μου, που ελπίζω η ηλικία να αλλοιώσει και όχι να επιβαρύνει.»

«Γιουνγκ ήταν κι αυτό;» ρώτησε μειδιώντας ο Νταν.

«Ναι, τον διάβασα τις προάλλες πάλι και τα έχω πρόσφατα» γέλασαν, με το πρώτο καλό αστείο του Σαμ επιτέλους και είδαν την παρέα των έξι να σηκώνεται και να κατευθύνεται προς την πόρτα. Οι φίλοι που σχεδόν τους παρακολουθούσαν πήγαν να πουν: ‘’ορίστε, φεύγουν’’, μα έστρεψαν το βλέμμα τους προς την κατεύθυνσή των φρικιών και είδαν ένα έβδομο μέλος, ψηλότερο και πιο επιβλητικό, να μπαίνει στον χώρο και…

…να ασφαλίζει την πόρτα πίσω του!

«Ωχ! Κακό αυτό!» είπε ο Νταν.

«Καλύτερα να την κάνουμε» πρόσθεσε ο Τζον και ο Σαμ κατένευσε.

Πλήρωσαν βιαστικά και κίνησαν να φύγουν, απορημένοι που κανείς δεν είχε πάρει είδηση ότι οι πόρτες είχαν ασφαλίσει. Είδαν τον μπάρμαν να παίρνει την ταμειακή μηχανή και να πηγαίνει στο πίσω δωμάτιο, κλείνοντας και την πόρτα στο κατόπι του. Αν και η μουσική ήταν δυνατά, ο Σαμ ήταν σίγουρος ότι ο μπάρμαν είχε κλειδώσει κιόλας!

Προτού προλάβει να μιλήσει στους νέους φίλους του και να τους πει να σπεύσουν, διαισθάνθηκε ότι όχι μόνο κάτι δεν πήγαινε καλά, μα αυτό το κάτι πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ήταν σαν την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα πριν την καταιγίδα και να που η μπόρα ξέσπασε εντός των τειχών του κατάμεστου μπαρ!

Ένας λαιμός κόπηκε και ουρλιαχτά ακούστηκαν, μα οι εφτά ξένοι, αδιαφορώντας για τον πανικό, άρχισαν να σπάνε σβέρκους και να δαγκώνουν λαιμούς. Ο Νταν και ο Τζον με σοκ είδαν ότι έπιναν το αίμα των θυμάτων τους και πάγωσαν στις θέσεις τους.

«Γρήγορα!» ούρλιαξε ο Σαμ και τους γράπωσε από τους καρπούς κινούμενος προς την πόρτα. Άρχισε να την κλωτσά και όταν είδαν ότι δεν είχε ιδιαίτερο αποτέλεσμα η ενέργειά του, έτρεξαν και κρύφτηκαν σε μια γωνιά, αφήνοντάς τον μόνο. Ένιωσαν λίγο κότες, αλλά ήταν απλοί άνθρωποι με όνειρα και μέλλον και δεν μπορούσαν να το παίξουν ήρωες! Αντίθετα είδαν τον Σαμ να πέφτει στο πάτωμα από το τράβηγμα ενός βαμπίρ –ας λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, βαμπίρ είναι, σκέφτηκε ο Τζον κοιτώντας έντρομος- και να γυρνά στην πλάτη του για να αντιμετωπίσει την επίθεση. Το πλάσμα κινούταν προς το μέρος του και τον είδαν να βγάζει ένα περίστροφο από το εσωτερικό της καμπαρτίνας του και να πυροβολεί μεμιάς το τέρας στο κεφάλι.

Το είδαν να σωριάζεται στην γη και τον φίλο τους να σηκώνεται μεμιάς στα πόδια του, να τρέχει ανάμεσα στον πανικό, να πηδάει πάνω από τον πάγκο και να σπάει την πόρτα που είχε κλειδώσει ο μπάρμαν με τον ώμο του.

Ο Τζον και ο Νταν ήταν ολότελα μόνοι και αβοήθητοι!

Ο Σαμ βρήκε ένα μικρό δωμάτιο, με τον πενηντάρη μπάρμαν να έχει αγκαλιά την ταμειακή και να του δείχνει στην άκρη του δωματίου με το χέρι του, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. Ίσως πίστευε ότι ήταν βαμπίρ, μα αυτό που είδε ήταν αυτό που έψαχνε: ο λόγος που είχε βρεθεί σε αυτό το καταγώγι εξ αρχής.

Ένα δεκάχρονο ξανθό κοριτσάκι, ναρκωμένο και στολισμένο σα πόρνη πολυτελείας. Λόγια είχαν φτάσει στην υπηρεσία του ότι ο μπαρμαν -που ήταν και ο πατέρας του κοριτσιού- το κακοποιούσε και το εκπόρνευε. Ο Σαμ είχε πάει για να το ερευνήσει. Από τα όσα έβλεπε ήταν σίγουρος ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Και μόνο η θέα όμως του άντρα να κρατά ό,τι πιο πολύτιμο είχε και αυτό να θεωρείται για εκείνον η ταμειακή και όχι η κόρη του τον έκανε να θολώσει. Πυροβόλησε τον άντρα στο κεφάλι, πήρε το κοριτσάκι στα χέρια του και επέστρεψε στο μπαρ για να φύγει.

Στον κύριο χώρο του μαγαζιού, το πανηγυράκι συνεχιζόταν για τα καλά. Άλλοι έτρεχαν, άλλοι ούρλιαζαν, άλλοι παρακαλούσαν για έλεος, μα όλοι κατέληγαν νεκροί με τον ένα τρόπο ή τον άλλο εντός ολίγου. Ο Τζον και ο Νταν είχαν μαρμαρώσει στις θέσεις τους και ήταν θαύμα που δεν τους είχαν εντοπίσει ακόμα. Φυσικά ήταν απολύτως αβοήθητοι, είδαν μέχρι και το βαμπίρ που είχε πυροβολήσει ο Σαμ να σηκώνεται και να συνεχίζει το μακελίδι.

Με την άκρη του ματιού τους είδαν τον Σαμ να βγαίνει από το πίσω δωμάτιο με ένα κορίτσι στα χέρια του, μα πριν προλάβουν να του κάνουν έστω και ένα νεύμα, μία έκρηξη από σκλήθρες στο πλάι τους έκανε κομμάτια την είσοδο και ένας άντρας μπήκε μέσα πυροβολώντας.

«Πουτάνα όλα!» σκέφτηκε ο Νταν και κατουρήθηκε. Δεν υπήρχαν ντροπές όμως, τόσο πανικό δεν είχε ζήσει ποτέ στην ζωή του!

«Ντέους εξ μάκινα μουνιά!» άκουσαν τον άντρα να φωνάζει και τον είδαν να γαζώνει τα βαμπίρ με τα όπλα του. Φορούσε γυαλιά ηλίου παρά το γεγονός ότι ήταν βράδυ και ο Τζον σχεδόν τον ερωτεύτηκε.

Ήταν ο σωτήρας τους!

Στιγμές μετά την είσοδό του όλα είχαν τελειώσει…

«Αυτό κι αν κλιμακώθηκε γρήγορα!» έκανε ο Νταν.

«Δε θα διαφωνήσω» είπε ο Σαμ, καπνίζοντας αργά το τσιγάρο του.

Ήταν κάμποσα μέτρα μακριά από το μαγαζί, το οποίο τώρα καιγόταν και η πυρά του τους φώτιζε και τους ζέσταινε. Ο Νταν με ανοιχτά τα σκέλια προς το καιόμενο μαγαζί και με τα κάτουρα στον καβάλο του κάπως-κάπως να στεγνώνουν σιγά-σιγά, έτρεμε ακόμα σύγκορμος. Ο Τζον κοιτούσε το κενό με ανοιχτό το στόμα, δίχως ακόμα να ξέρει πώς μέσα σε ένα μισάωρο είχε κινδυνέψει να πεθάνει και είχε επιβιώσει, πώς η λογική είχε καταρρεύσει και πώς ενώ μια ζωή δεν πίστευε στο υπερφυσικό, τώρα πια ήξερε ότι όλη η κοσμοθεωρία του ήταν λάθος.

«Παίδες, έτσι πάνε αυτά. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Ας την κάνουμε τώρα, πριν σκάσει η πυροσβεστική και η αστυνομία» είπε ο ξένος που τους είχε συστηθεί ως Τζακ Κρόου.

«Εγώ θα μείνω» έκανε ο Σαμ.

«Τι!» είπαν με μια φωνή ο Νταν με τον Τζον, έχοντας συνέλθει πλήρως έπειτα από αυτή την δήλωση.

«Αυτό το κορίτσι, η Σάνυ, κακοποιούταν από τον πατέρα της και τα σημάδια στο σώμα της, ενώ στην αρχή φαίνονταν σα τρύπες για ενέσεις ηρωίνης όπως πίστευα, τώρα είμαι σίγουρος ότι είναι τρύπες από κυνόδοντες. Ίσως ο πατέρας της να μην είχε άλλη επιλογή και να μην την εκπόρνευε, ίσως να μην την κακοποιούσε καν, μπορεί όλα να ήταν δράσεις των πλασμάτων αυτών. Πρέπει όμως να περιμένω την αστυνομία και να τους πω τι συνέβη, να βρούμε κάποιο καταφύγιο για το κορίτσι και ίσως, ίσως, να κρύψω το ότι έδρασα εν βρασμώ ψυχής. Αν αντέξω και οι τύψεις δεν με έχουν φάει μέχρι να έρθουν.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Τζον.

«Σκότωσα τον μπάρμαν σίγουρος ότι ήταν ο υπαίτιος, δίχως να σκεφτώ δεύτερη φορά, μέσα στην λύσσα και την αηδία μου. Ίσως από την άλλη να τον λάδωναν, είδατε κι εσείς νομίζω ότι πήρε την ταμειακή μαζί.»

«Μην πεις τίποτα δικέ μου, ας το να περάσει» είπε ο Κρόου.

«Μα το όπλο μου δεν είναι με άδεια, έδρασα λάθος.»

«Δώσε μου το όπλο σου» είπε ο Τζακ και ο Σαμ το έκανε. Το έβαλε στην ζώνη του και είπε: «Ορίστε, το πρόβλημα λύθηκε. Υπάρχουν λίγοι σαν εσένα: μέσα σε εκείνο το τριμπούρδελο ο καθένας θα κοίταζε την κωλάρα του κι εσύ νοιάστηκες για την μικρή. Αν δεν είναι αυτό ηρωισμός τότε τι είναι;»

«Δεν θα το έλεγα ηρωισμό, ίσως καθήκον

«Έστω. Εγώ την κάνω, εσείς αράξτε αν θέλετε.»

«Μισό Τζακ, πάρε μας μαζί» είπε ο Νταν και ο Τζον κατένευσε. Δεν ήθελαν να μπλέξουν με ανακρίσεις και μαλακίες. Τα είχαν συνεννοηθεί αυτά από τους πρώτους μήνες που έκαναν παρέα -αν μπλέξουν ποτέ να το βάλουν στα πόδια, όχι αστυνομίες, δικαστήρια και μαλακίες.

«Δε θα αναφέρω κανέναν σας»  τους βεβαίωσε ο Σαμ και πρόσθεσε: «σ’ ευχαριστώ Τζακ.»

«Μην σ’ απασχολεί μάγκα» του έκανε και μπήκε στο αμάξι του. Ακολούθησε ο Νταν μα ο Τζον δεν μπόρεσε να μην θελήσει μια τελευταία κουβέντα με τον μελαγχολικό φίλο του.

«Μην σκας για τον σάπιο, δεν έπληξες το σύμπαν με την απώλειά του.»

«Ήταν λάθος, θα δω πώς θα δράσω.»

«Υποθέτω ότι αυτό είναι αντίο λοιπόν.»

«Υποθέτω πως ναι.»

«Δε θα το κάνω συναισθηματικό και σπαραξικάρδιο, πες μου όμως κάτι πριν χωρίσουν οι δρόμοι μας.»

«Τι να σου πω δηλαδή;»

«Ξέρω ‘γω, κάτι από Γιουνγκ που να κολλάει στην όλη φάση…»

Ο Σαμ γέλασε κουρασμένα, κατένευσε, το σκέφτηκε λίγο και είπε: «Η παράλογη πληρότητα της ζωής με δίδαξε ποτέ να μην απορρίπτω τίποτα, ακόμα κι αν αντιβαίνει όλες μας τις θεωρίες ή δεν επιδέχεται κάποια άμεση ερμηνεία. Είναι οπωσδήποτε ανησυχητικό να είναι κανείς αβέβαιος για τον δρόμο που δείχνει η πυξίδα. Όμως η ασφάλεια, η βεβαιότητα και η ηρεμία δεν οδηγούν σε ανακαλύψεις.»

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή και ο καθένας έμεινε χαμένος στις σκέψεις του. Ο Τζον τον χτύπησε φιλικά στον ώμο, σηκώθηκε και έφυγε με τον Κρόου και τον φίλο του.

Τα χρόνια πέρασαν, μα το όλο σκηνικό, φυσικά, τους στιγμάτισε.

Ο Νταν αφοσιώθηκε μόνο στην επιστημονική φαντασία, όπου έγινε και το καταφύγιό του, ενώ ο Τζον, στοιχειωμένος -θα έλεγε κανείς- από όλα όσα έζησε, προτίμησε τον τρόμο.

Ο Σαμ και Τζακ κατέληξαν σαν καρικατούρες στις ταινίες του τελευταίου, αν και τους συμπεριφέρθηκε με πολύ σεβασμό πριν τους εκθέσει στο κοινό, μα όσο για τους αληθινούς λίγα είναι γνωστά.

Ίσως όμως να το προτιμούν και οι ίδιοι αυτό…

Tags: fantasy , horror , John Carpenter , sci-fi , short-story , The Weird Side Daily , twsd , vampires , Βαμπίρ , Βρικόλακες , Γιώργος Μπελαούρης , διήγημα , Διήγημα τρόμου , διήγημα φαντασίας , Νταν , Σαμ , τζακ , Τζακ Κρόου , Τζον , τρόμος , φαντασία , χαρακτήρες

Γιώργος Μπελαούρης

Δημοσιεύτηκε 31 Οκτωβρίου, 2021

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.