Το σημάδι του Θεού

Έχω το σημάδι του Θεού πάνω μου. Και τη ψυχή του Διαβόλου, έτσι λένε. Ένα λευκό σημάδι κατά μήκος της δεξιάς μου παρειάς. Αρχίζει από την άκρη του χείλους μου και φτάνει στην εξωτερική γωνία του φρυδιού μου. Έχω το σημάδι του Θεού και μόνο εγώ το βλέπω. Το βλέπω στον καθρέφτη, όταν παρατηρώ τα […]

Έχω το σημάδι του Θεού πάνω μου. Και τη ψυχή του Διαβόλου, έτσι λένε.
Ένα λευκό σημάδι κατά μήκος της δεξιάς μου παρειάς. Αρχίζει από την άκρη του χείλους μου και φτάνει στην εξωτερική γωνία του φρυδιού μου.
Έχω το σημάδι του Θεού και μόνο εγώ το βλέπω. Το βλέπω στον καθρέφτη, όταν παρατηρώ τα καταραμένα μου χαρακτηριστικά. Το βλέπω στην αντανάκλαση της λειψής μορφής μου στις κόρες των ματιών που με κοιτούν. Στα παραμορφωμένα πρόσωπα που συναντώ στο δρόμο. Κανείς άλλος δεν το βλέπει.
Βλέπουν ένα πρόσωπο γυναικείο, νεανικό, λείο, χωρίς χαρακιές από μια ανώτερη δύναμη, χωρίς ρυτίδες από το χρόνο. Και ο χρόνος, άλλωστε, μια ανώτερη δύναμη είναι.
Και εγώ, στα πρόσωπά τους βλέπω δαίμονες, παραμόρφωση, θάνατο.

Είμαι τρελή λένε…

Λένε ακόμα ότι δεν βλέπω αυτό που είναι αληθινά, όμως εγώ άλλο πιστεύω. Βλέπω την ψυχή τους που έχει καταλάβει την εξωτερική μορφή τους και δε με αφήνει να δω καθαρά την ομορφιά τους.

Έχω το σημάδι του Θεού, έτσι είναι. Και την ψυχή του Διαβόλου, έτσι λένε. Αυτή η ψυχή, αυτή με βασανίζει. Αυτή μου φέρνει εφιάλτες, τη μέρα και τη νύχτα. Αυτή θα εξαγνίσω σήμερα, όπως μου υποσχέθηκε ο Ιερέας.
«Θα πάρω το κακό από την ψυχή σου και εσύ το καλό από τη δική μου. Θα παλέψω το κακό στο σώμα μου και θα το νικήσω. Και εσύ, κόρη μου, θα βρεις το Φως.»

Είμαι στο δρόμο για την εκκλησία, με ένα μικρό μαχαίρι στην τσέπη μου. Βλέπω τα παραμορφωμένα πρόσωπα των περαστικών. Τους βλέπω να με κοιτούν και στα κόκκινα μάτια τους βλέπω το σημάδι του Θεού στο πρόσωπο μου.
Δεν τους μιλάω, αν και θα ήθελα να τους φωνάξω: «Με βλέπεις; Βλέπεις το σημάδι του Θεού πάνω μου; Πώς τολμάς να με αποκαλείς τρελή, να με κοιτάς υποτιμητικά, με λύπηση, με αδιαφορία;»

Ξέχασα. Δεν είναι άξιοι να το δουν.

Φτάνω στην εκκλησία. Μόλις είχε τελειώσει ο Εσπερινός. Παρακολουθώντας τον κόσμο να φεύγει, παρατήρησα τους πιστούς που μαζεύονταν ξεχωριστά από το σύνολο, για την ώρα της εξομολόγησης. Εκεί θα περίμενα και εγώ, τελευταία στην ουρά, κοιτώντας τις εικόνες και τις τοιχογραφίες που με φόβιζαν και προσπαθώντας να κατευνάσω τον τρόμο μου. Σκέφτομαι χαμογελώντας υπεροπτικά ότι αυτές τις ζωγραφιές τις έφτιαξε ανθρώπινο χέρι. Τη ζωγραφιά στο μάγουλο μου, την έχει φτιάξει θεϊκό.
Ανάμεσα στα κεριά με το μικρό, φλεγόμενο κεφάλι τους, περίμενα να τελειώσει η σειρά των θεοσεβούμενων, ποταπών, μικρών ανθρώπων που ζητούσαν συγχώρεση για τα κρίματά τους, συγχωροχάρτι για τις αμαρτίες τους. Γελοίοι άνθρωποι. Δεν μεριμνήσατε για να αποφύγετε τα λάθη και έρχεστε τώρα, σαν τρομαγμένα παιδιά στην αγκαλιά της μητέρας, να δηλώσετε ότι μετανοείτε, αλλά πόσοι από εσάς έχετε έστω μια στάλα μετάνοιας μέσα σας;

Η αξιολύπητη σειρά τελείωσε και εγώ, με το σημάδι του Θεού στο πρόσωπο μου, εδώ, στο σπίτι του Υψίστου, ήρθα να εκπληρώσω τον σκοπό μου. Να φύγω από το σκοτάδι και να δω το Φως.
Ανταλλαγή λίγων σταγόνων αίματος αρκούν για να φύγει ο Διάβολος από την ψυχή μου και να γίνει η ψυχή, ένα με το, από τον Θεό πλασμένο, σώμα μου.

«Είσαι τρελή. Έχεις τη ψυχή του Διαβόλου.» Έλεγε η μητέρα μου και ο πατέρας μου.

Και οι δύο με εγκατέλειψαν όταν ήμουν παιδί. Γιατί είχα τη ψυχή του Διαβόλου αλλά και το σημάδι του Θεού που μόνο εγώ μπορούσα να δω.
Ζητώ από τον Ιερέα να με βοηθήσει. Να φύγω από το σκοτάδι. Να δω το Φως. Να βρω το Φως.
Λίγες ρανίδες από το αίμα του στο δικό μου και λίγες από το πολυπόθητο ζωογόνο κόκκινο υγρό που κυλά στις φλέβες μου, στις δικές του. Μένει να με κοιτάει απορημένος. Του εξηγώ. Τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα, τρομαγμένα. Όλοι στην γειτονιά τρελή με λένε, αλλά αυτός, ο Ιερέας, αυτός ξέρει. Ξέρει την αλήθεια. Δεν είμαι τρελή, έχω το σημάδι του Θεού, του Υψίστου πάνω μου, γι’ αυτό ο Διάβολος κυνηγάει την ψυχή μου. Για αυτό με κυνηγάει το σκοτάδι, αλλά δεν θα με καταπιεί. Θα δω το Φως, θα βρω το Φως.

Αρνείται.

Θα γίνει, όμως. Θα βρω το Φως, θα εγκαταλείψω το σκοτάδι.

Βγάζω το μαχαίρι και καταφέρνω ένα χτύπημα στον Ιερέα, στο κέντρο ακριβώς του κορμού του. Και το ζωοποιό κρασί που λέγεται αίμα, αρχίζει να κυλάει.
«Δεν θέλω το αίμα σου!» Φωνάζω. «Δεν είναι αρκετό το καλό μέσα σου. Το μόλυνες με τη δειλία σου!»
Ο Ιερέας είχε πέσει στο πάτωμα του ναού και όσο το αίμα εγκατέλειπε το κορμί του, μπορούσα ν’ ακούσω, αλήθεια, την καρδιά του να χτυπάει στο κενό. Οι χτύποι γρήγοροι στην αρχή και ύστερα αργοί, όλο και πιο αργοί, με την καρδιά να ζητάει το αίμα, να διψάει για το αίμα, αλλά να μην μπορεί να το βρει.

Στάθηκα όρθια, πλάι στο κεφάλι του, ενώ καθάριζα το μαχαίρι στη μπλούζα μου.
Με το ίδιο μαχαίρι, έκανα μια βαθιά πληγή στον καρπό μου και το αίμα μου, άρχισε να κυλά πάνω στο πρόσωπο του Ιερέα.
«Πιες το», είπα «Πάρε το στο σώμα σου. Άσε με να δω το Φως».
Οι αισθήσεις μου άρχισαν να γίνονται όλο και πιο αδύναμες, ξάπλωσα δίπλα στον Ιερέα με το ματωμένο καρπό μου πάνω στο ακίνητο, πλέον, στόμα του. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα να δω το Φως.
Έμεινα στο σκοτάδι για πολλή ώρα.

Ξύπνησα σε ένα κατάλευκο φωτεινό δωμάτιο. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου, μέχρι να καταλάβω ότι τα χέρια μου ήταν δεμένα στο κρεβάτι που κοιμόμουν. Το χαρακιασμένο χέρι μου ήταν τυλιγμένο με έναν επίδεσμο, μπορούσα να δω το πρόσωπο μου σε κάποια μεταλλικά σκεύη δίπλα μου. Πού πήγε το σημάδι μου; Το σημάδι του Θεού;
Ένας ασπροντυμένος άντρας μπήκε στο δωμάτιο. Μου μίλησε γλυκά, με χαμόγελο. Άρχισε να μου μιλάει για φάρμακα, για μια αγωγή που είχα παραλείψει, για κρίσεις, για το φόνο του Ιερέα.
«Πού είναι το σημάδι που μου έδωσε ο Θεός;» ρώτησα μπερδεμένη.
Ο άντρας σταμάτησε να μιλάει.
Επανέλαβα με δυνατή φωνή, απελπισμένη:

«Πού είναι το σημάδι του Θεού;! Τι μου κάνατε; Δεν είναι αυτό το Φως που περίμενα! Πού είναι το σημάδι; Έδωσα το αίμα μου, πρέπει να μου δοθεί το Φως! Δώστε μου το Φως!»

Ο άντρας γύρισε σε μια επίσης λευκοντυμένη γυναίκα και της είπε: «Πρέπει να αυξήσουμε τη δόση».

«Δώστε μου το Φως, είπα!»

Η πόρτα έκλεισε.

Και έμεινα για πάντα στο πιο σκοτεινό Φως ή στο πιο φωτεινό σκοτάδι που υπάρχει.

Νίνα Λιαράκου

Tags: devil , god , mystery , psychological , short-story , διάβολος , διήγημα , θεός , μυστήριο , ψυχολογικό

Φίλοι της σελίδας : Άρθρα & διηγήματα

Δημοσιεύτηκε 26 Ιανουαρίου, 2019

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.