Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια τάση επαναφοράς των κλασικών κινηματογραφικών «τεράτων» στη μεγάλη οθόνη. Συναντάμε παραδείγματα ελαφρώς ανανεωμένων διασκευών, όπως τις περιπτώσεις των “Nosferatu” και “Frankestein”, αλλά και ριζικών αναπροσαρμογών παλαιότερων ταινιών, πχ “The Invisible Man” και “Wolf Man”, στις οποίες η δράση μεταφέρεται στη σημερινή εποχή, εξετάζοντας παράλληλα και πιο σύγχρονους προβληματισμούς. Στη δεύτερη κατηγορία, φαίνεται να ανήκει και η φετινή εκδοχή της Μούμιας, ενός πλάσματος που μετρά σχεδόν έναν αιώνα κινηματογραφικής ζωής, έχοντας τη δική του ξεχωριστή θέση στην ποπ κουλτούρα.
Η πρώτη γνωστή εμφάνισή της στο σινεμά έγινε το 1932, αν και είχαν προηγηθεί κάποιες εμφανίσεις σε φιλμάκια την εποχή του βωβού κινηματογράφου, τα οποία ωστόσο έχουν χαθεί. Ο Μπόρις Καρλόφ υποδύεται τον Ιμχοτέπ, μια αρχαία αιγυπτιακή μούμια, που σκοτώθηκε επειδή προσπάθησε να επαναφέρει στη ζωή την αγαπημένη του. Επιστρέφοντας από τους νεκρούς, προσπαθεί να ξανασυνδεθεί μαζί της, μέσα από κάποια μετενσάρκωση της στον σύγχρονο κόσμο.
Εμπνεόμενος από την ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμών το 1922 και της υποτιθέμενης «Κατάρας των Φαραώ», ο παραγωγός της Universal, Καρλ Λεμλ Τζούνιορ, παρήγγειλε μια ταινία τρόμου με αιγυπτιακή θεματολογία, θέλοντας να πατήσει και πάνω στην επιτυχία των “Dracula” (1931) και “Frankestein” (1931). Τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο θρυλικός διευθυντής φωτογραφίας Καρλ Φρόυντ, ο οποίος ωστόσο αδυνατεί να προσδώσει κινηματογραφικές αρετές στο φιλμ, αντίστοιχες με αυτές των προηγούμενων παραγωγών του στούντιο. Η μοναδική ερμηνεία του Καρλόφ, σε συνδυασμό με το εξαίσιο μακιγιάζ, το οποίο ενισχύει την πειστικότητα και την απειλή του χαρακτήρα, μοιάζουν οι μεγάλοι νικητές της ταινίας, σε ένα αποτέλεσμα μάλλον κάπως φτωχό και βεβιασμένο.
Εντούτοις, το φιλμ σημείωσε τεράστια επιτυχία, ασκώντας μεγάλη επιρροή και καθιερώνοντας, μια και καλή, το αρχέτυπο της καταραμένης μούμιας στη συνείδηση του κόσμου. Ακολούθησαν τέσσερεις ακόμη ταινίες από την Universal, οι οποίες ωστόσο δεν σχετίζονται με την πρωτότυπη ιστορία.
Από αυτά τα άτυπα sequel, εμπνέεται και η Hammer για τη δική της εκδοχή πάνω στο θέμα. Η βρετανική εταιρεία, μετά τις δικές της πετυχημένες μεταφορές του Φρανκενστάιν και του Δράκουλα, αποφασίζει να επαναφέρει και τη Μούμια στη μεγάλη οθόνη, δίνοντας της και χρώμα αυτή τη φορά. Η δράση μεταφέρεται στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα, γεγονός που προσδίδει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα στο φιλμ, ενώ η αρχαία Αίγυπτος ζωντανεύει με έντονες παλέτες και ζωηρά χρώματα. Δυστυχώς όμως, οι Πίτερ Κάσινγκ και Κρίστοφερ Λι παραμένουν σχετικά ανεκμετάλλευτοι σε ένα σενάριο που τους θέλει περισσότερο παρατηρητές των γεγονότων παρά δράστες. Η ταινία, αν και μικρή σε διάρκεια, καταλήγει μάλλον φλύαρη και κάπως υπερφορτωμένη, δανειζόμενη πλοκές και χαρακτήρες από κάθε σχεδόν συνέχεια της Μούμιας του ’32, κάνοντας παράλληλα μικρούς φόρους τιμής και στην πρώτη ταινία.
Όπως και η Universal, η Hammer παρήγαγε αντίστοιχα μερικές ακόμη ταινίες με παρόμοιο θέμα, με το “Blood from the Mummy’s Tomb” να ξεχωρίζει, καθώς αποτελεί μια χαλαρή μεταφορά του μυθιστορήματος του Μπραμ Στόκερ, «Το κόσμημα των επτά αστεριών».
Το 1980 θα γίνει μια νέα προσπάθεια προσαρμογής του έργου του Στόκερ στον κινηματογράφο, με το “The Awakening”, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μάικ Νιούελ. Στην ταινία, ένας αρχαιολόγος παραβιάζει τον τάφο μιας αρχαίας Αιγύπτιας βασίλισσας, με αποτέλεσμα να απελευθερώσει ένα θανατηφόρο πνεύμα, το οποίο καταλαμβάνει τη νεογέννητη κόρη του. Το φιλμ ξεχωρίζει αμέσως για την υποβλητική ατμόσφαιρα και τα εντυπωσιακά του πλάνα, μεταφέροντας μας απολύτως πιστευτά την επαφή των χαρακτήρων με έναν μεγαλειώδη αρχαίο πολιτισμό. Λόγω εποχής επίσης, δεν διστάζει να δείξει έντονες σκηνές βίας και σκληρές εικόνες γενικότερα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που το συνέκριναν με το “The Omen” (1976) του Ρίτσαρντ Ντόνερ και αδιαμφισβήτητα οι επιρροές είναι εμφανείς. Εντούτοις, δεν άρεσε ιδιαίτερα σε κοινό και κριτικούς, μένοντας μάλλον ξεχασμένη μέχρι σήμερα.
Έπρεπε να φτάσουμε στο 1999 για να δούμε την γνωστότερη και (πιθανότατα) καλύτερη ταινία με τη Μούμια ως βασικό ανταγωνιστή. Η Universal για σχεδόν μια δεκαετία πάλευε για μια αναβίωση της κλασικής της επιτυχίας, καταλήγοντας πολλές φορές σε αδιέξοδο. Στο πρόσωπο του Στίβεν Σόμερς, η εταιρεία θα βρει τελικά τον άνθρωπο που χρειαζόταν. Το “The Mummy” του Αμερικανού δημιουργού είναι περισσότερο μια ρομαντική περιπέτεια, στο ύφος των ταινιών Indiana Jones, με στοιχεία τρόμου, παρά μια καθαρόαιμη ταινία φρίκης, όπως οι προκάτοχοί της. Η ιστορία του Ιμχοτέπ της πρωτότυπης ταινίας παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τους Μπρένταν Φρέισερ και Ρέιτσελ Βάις, ως τυχοδιώκτη Ρικ Ο’ Κόνελ και αιγυπτιολόγο Έβελιν Κάρναχαν αντίστοιχα, οι οποίοι άθελα τους ξυπνούν μια καταραμένη μούμια και καλούνται να επανορθώσουν, πριν να είναι αργά για όλη την ανθρωπότητα. Η ταινία υπήρξε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και έγινε αγαπητή για το ανάλαφρο ύφος, τις σκηνές δράσεις, το καστ και τους χαρακτήρες της.
Όλη σχεδόν η βασική ομάδα επέστρεψε δύο χρόνια αργότερα για το sequel, με τίτλο “The Mummy Returns”. Παρά την γεμάτη ενέργεια και όρεξη σκηνοθεσία του Σόμερς, η ταινία πατάει πάνω σε ένα υπερφιλόδοξο και μπουκωμένο σενάριο, καταλήγοντας σε ένα μάλλον άνισο αποτέλεσμα. Βέβαια, υπήρξε και αυτή πετυχημένη εισπρακτικά και μια επακόλουθη συνέχεια κυκλοφόρησε το 2008, το “Tomb of the Dragon Emperor”. Η δράση μεταφέρεται στην Κίνα, στην καρέκλα του σκηνοθέτη έχουμε αυτή τη φορά τον Ρομπ Κοέν και η Μαρία Μπέλο αντικαθιστά την Ρέιτσελ Βάις ως Έβελιν Κάρναχαν. Όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, ετοιμάζεται μια ακόμη ταινία για τη σειρά, προγραμματισμένη για το 2028, με τους αρχικούς πρωταγωνιστές να επιστρέφουν και τους Ματ Μπετινέλι-Όλπιν και Τάιλερ Τζίλετ (“Ready or Not”, “Scream”) να σκηνοθετούν.
Η δεκαετία του 2010 είναι αδιαμφισβήτητα η εποχή των υπερηρώων και των ενωμένων συμπάντων. Στην προσπάθεια της να εκμεταλλευτεί το κλίμα της περιόδου αυτής, η Universal αποφασίζει να χτίσει το δικό της κινηματογραφικό σύμπαν, κάτω από την ταμπέλα “Dark Universe”, με όλα τα κλασικά της τέρατα να συναντώνται μαζί. Η αρχή θα γινόταν με το “The Mummy”, με πρωταγωνιστή τον Τομ Κρουζ, μια ταινία με τεράστια παρασκηνιακά προβλήματα, της οποίας η μεγάλη (και δίκαιη) εισπρακτική αποτυχία έβαλε γρήγορο τέλος στα όνειρα του στούντιο.
Φτάνουμε λοιπόν αισίως στο 2026 και στο “Lee Cronin’s The Mummy”, μια πιο προσωπική παραγωγή και ταυτόχρονα μια επιστροφή στο είδος του τρόμου. Στην ταινία, η νεαρή κόρη ενός δημοσιογράφου εξαφανίζεται στην έρημο χωρίς να αφήσει ίχνη. Οκτώ χρόνια αργότερα, η διαλυμένη οικογένεια σοκάρεται όταν εκείνη επιστρέφει, όμως η επανένωση μετατρέπεται γρήγορα σε έναν ζωντανό εφιάλτη. Ο σκηνοθέτης του “Evil Dead Rise”, χρησιμοποιεί ως όχημα και πάλι την οικογένεια για να πει μια τρομακτική ιστορία, υποσχόμενος σοκαριστικές σκηνές, έντονο μυστήριο, αλλά και συναισθηματικό βάθος.
Φυσικά υπήρξαν πολλές ακόμη εμφανίσεις και ταινίες της Μούμιας όλα αυτά τα χρόνια, επιλέγοντας ωστόσο με τη σειρά μου να σταθώ στις σημαντικότερες. Το σίγουρο είναι ότι ο αιγυπτιακός πολιτισμός δεν έπαψε ποτέ να γοητεύει κοινό και δημιουργούς, κι ότι η ίδια η Μούμια εξελίχθηκε σε ένα σύμβολο της ύβρης και της τετράγωνης λογικής του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος αρνείται πεισματικά να κατανοήσει τη θέση και τα όρια του μέσα στον κόσμο.
Tags: Cinema , dark fantasy , fantasy , Film , Hammer , horror , mummy , mystery , Sequel , The Mummy , Universal , βουβός κινηματογράφος , δράση , ιστορία κινηματογράφου , Κινηματογράφος , μούμια , μυστήριο , ταινία , τρόμος , φαντασία







Σχόλια και απόψεις.
Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.