Η Επιδημία, Μέρος Α’

«Ήταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Έβλεπε δεξιά κι αριστερά  μηχανήματα και  σωλήνες του εξοπλισμού του κρεβατιού του. Ένιωσε ότι  μπορούσε άνετα να κινηθεί, να μιλήσει ή και να σηκωθεί αν ήθελε. Δεν θέλησε όμως. Περίμενε κοιτάζοντας μια το ταβάνι και μια την πόρτα του θαλάμου…»

Το κεφάλι του τον πονούσε πολύ, τον περιτριγύριζε εδώ και πολύ καιρό αυτή η επίμονη παράξενη γρίπη, που του έκοβε τα πόδια και τον έκανε να αισθάνεται πολύ κουρασμένος, αλλά δεν κατάφερνε να τον ρίξει στο κρεβάτι με πυρετό. Πρέπει να ήταν σε αυτήν την κατάσταση εδώ και μήνες· αλλά δεν πήγαινε στον γιατρό, πίστευε ότι θα το ξεπεράσει μόνος του ο οργανισμός του με τον καιρό. Εξάλλου μια χαρά κατάφερνε να κάνει ως τώρα όλες τις δουλειές του, άρα δεν ένιωθε ότι υπήρχε κάποια άμεση ανάγκη να πάει στον γιατρό· αν κι αυτό ήταν η μισή αλήθεια-ίσως και λιγότερο από την μισή· περισσότερο από όλα φοβόταν να πάει στον γιατρό.

Σήμερα όμως πόναγε όλο του το κορμί, ίσως πιο πολύ από κάθε φορά. Ξάπλωσε ιδρωμένος και με τα σημάδια της βαθιάς κούρασης και του πόνου στο πρόσωπο του. Έμεινε για λίγα λεπτά στο ίδιο σημείο στο κρεβάτι κοιτάζοντας, με ένα άδειο βλέμμα, το ταβάνι· αμέσως μετά σηκώθηκε απότομα-κάτι που το μετάνιωσε μια και η κάθε απότομη κίνηση του τον έκανε να πονάει πιο πολύ και του έφερνε ανατριχίλα. Κοίταξε στον καθρέφτη, το πρόσωπο του ήταν πολύ ωχρό, ενώ σε κάποια σημεία του είχε έντονες μικρές κατακόκκινες ή κατάμαυρες πιτσιλιές, που έδιναν μέσα στο κιτρινωπό πλαίσιο της φάτσας του, μια κωμική γκροτέσκα εντύπωση.

Θα πάω να δω τον γιατρό, σκέφτηκε, δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Πρέπει να είχε πολύ υψηλό πυρετό, ένιωθε ότι έκαιγε ολόκληρος και ταυτόχρονα είχε φοβερές κρυάδες· σαν να βρίσκονταν, εκείνη τη στιγμή, μισόγυμνος στις πιο άγριες και σκοτεινές στέπες της Σιβηρίας. Το θερμόμετρο ήταν δίπλα του, αλλά δεν τολμούσε να το σηκώσει και να το χρησιμοποιήσει. Καμιά φορά είναι καλύτερα να μην ξέρεις τις λεπτομέρειες, σκέφτηκε, όσο και σκατά να είναι η κατάσταση. Μετακινήθηκε αργά, με πόνο και βασανιστικά. Έπιασε το τηλέφωνο του, ήταν ακόμα νωρίς το απόγευμα και η γιατρός θα του απαντούσε. Παρόλο που δεν ακούγονταν καθόλου καλά στο τηλέφωνο και  παρόλο που περιέγραψε την κατάσταση του αρκετά γλαφυρά στη γιατρό,- αλλά και  ρεαλιστικά – κατάφερε μόνο να εισπράξει ένα: “Δεν μπορώ να πω τίποτα αν δες σας δω από κοντά” και να κλείσει ένα ραντεβού για αύριο στις 10 το πρωί-αυτά τα ψυχρά αντικειμενικά επιστημονικά πρωτόκολλα σκέφτηκε, άι γαμ… Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως μετά, βλέποντας ζεστά, σχεδόν πύρινα, όνειρα, με τεράστια βακτήρια και ιούς που μίλαγε μαζί τους και έδειχναν όλοι τους μεταξύ τους- κι αυτός μαζί πρώτος από όλους- μια έντονη και παράξενη διάθεση συμπάθειας. Το πρωί που θα ξύπναγε δεν θα θυμόταν αυτό το τόσο παράξενο όνειρο, για να αναρωτηθεί, ίσως και για να τρομάξει…

Ήταν τώρα έξω από το γραφείο της γιατρού. Χτύπησε το μικρό κουδουνάκι της εσώπορτας, έβλεπε το χέρι του χλωμό, γεμάτο  πολλά και πολύ μικρά στίγματα και εξογκώματα. Δεν ήταν κάτι που τον τρόμαζε ιδιαίτερα, μια και το πως ένιωθε εκείνη την στιγμή ήταν σαν να περνούσε τις χειρότερες και πιο επίπονες στιγμές στην ζωή του. Ούτε ήξερε πως έφτασε εκεί με τα πόδια, η απόσταση, χρονικά, δεν ήταν πάνω από δέκα λεπτά. Δεν τα μέτρησε, ούτε είδε το ρολόι του, δεν ήξερε καν αν φόραγε εκείνη την στιγμή ρολόι, μια και η κίνηση να σηκώσει το χέρι του και το μανίκι του για να δει, του φαίνονταν απίστευτα επίπονη και δύσκολη. Θυμόταν όμως καλά, ότι στην κάτω είσοδο του κτιρίου, όλοι παραμέρισαν για να περάσει και κάποιοι τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια. Μπήκε μέσα στον θάλαμο αναμονής της γιατρού· εκεί περίμεναν δύο με τρεις ακόμα πελάτες, που σηκώθηκαν όλοι απότομα, βγάζοντας- ο ένας από αυτούς- ένα επιφώνημα έκπληξης. Άνοιξε απότομα την πόρτα του γραφείου της ιατρού, αυτή σηκώθηκε και τον κοίταξε. Κράτησε την ψυχραιμία της και τον πλησίασε γρήγορα, κρατώντας κάτι στο χέρι, που το πήρε από το ένα συρτάρι του γραφείου της. Την είδε να τον πλησιάζει πολύ γρήγορα και την ίδια στιγμή έπεσε στο φθαρμένο ξύλινο δάπεδο με κρότο, χάνοντας τις αισθήσεις του…

Ήταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Έβλεπε δεξιά κι αριστερά  μηχανήματα και  σωλήνες του εξοπλισμού του κρεβατιού του. Ένιωσε ότι  μπορούσε άνετα να κινηθεί, να μιλήσει ή και να σηκωθεί αν ήθελε. Δεν θέλησε όμως. Περίμενε κοιτάζοντας μια το ταβάνι και μια την πόρτα του θαλάμου· πρέπει να πέρασαν ώρες, αρκετές ώρες, ίσως και μισή μέρα ή και παραπάνω, ίσως και να είχε χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου και δεν ήξερε, στα αλήθεια, πόσος χρόνος πέρασε, δεν ήταν σίγουρος. Κανείς δεν έμπαινε  μέσα κι αναρωτιόταν γιατί. Είχε δοκιμάσει να χτυπήσει το μικρό κουδουνάκι που βρίσκονταν λίγο πάνω από το κεφάλι, είχε δοκιμάσει να φωνάξει τις νοσοκόμες και τους γιατρούς, είχε επιχειρήσει μέχρι και να σηκωθεί από το κρεβάτι- για την ακρίβεια να κυλήσει έξω από αυτό, παίρνοντας το ρίσκο πέφτοντας να πέσει στο σκληρό δάπεδο- αν και σταμάταγε την τελευταία στιγμή, πριν το κάνει. Αλλά συνειδητοποιούσε, καθώς πέρναγε ο καιρός, ότι όχι μόνο δεν ανταποκρίνονταν κανείς, αλλά ότι του ήταν όλο και πιο δύσκολο, και στο τέλος αδύνατο εντελώς, να τα κάνει πια όλα αυτά, τα οποία, μετά από κάποιο καιρό,  μπορούσε μόνο να τα σκεφτεί και να επιθυμήσει, αλλά όχι να τα κάνει πράξη.

Θυμόταν την τελευταία φορά που είχε δει ανθρώπους- νοσοκόμες και γιατρούς- να κοιτάζονται έκπληκτοι μεταξύ τους και να κοιτάνε σε κάτι χαρτιά, τα οποία πρέπει να τον αφορούσαν, αποφεύγοντας όσο μπορούσαν να κοιτάξουν τον ίδιο. Οποιοσδήποτε του έριξε μια, κατά λάθος κι απότομα, γρήγορη ματιά, είχε στα μάτια του ένα παράξενο φόβο και μια σιωπηλή, σκοτεινή κι άγρια απορία. Αυτό του είχε κάνει εντύπωση, όπως και το ότι ενώ πριν μέρες-ή ίσως και εβδομάδες, δεν μπορούσε να ξέρει γιατί είχε μια εντελώς θολή εικόνα του χρόνου- ήταν μέσα σε ένα αρκετά φωτισμένο  μεγαλύτερο θάλαμο μαζί με άλλους, που δεν τους είχε δει, μια και μεσολαβούσαν τα παραβάν, αλλά σίγουρα υπήρχαν δίπλα του, τώρα ήταν ολομόναχος σε ένα μικρό θάλαμο, σκοτεινό, θλιβερό και βαρύ.

Το μόνο που είχε προλάβει να ακούσει, εκείνες τις μέρες που υπήρχαν ακόμα άνθρωποι γύρω του, ήταν το: “Είναι αδύνατον να υπάρχουν τέτοια ποσοστά στο αίμα και τους ιστούς, όποια κι αν είναι η κλινική εικόνα κι η συμπτωματολογία. Να ξανατρέξουμε όλα τα τεστ, με νέα δείγματα, δεν θα τρελαθούμε εδώ μέσα, ότι κι αν μπορεί να έχει συμβεί, αυτό είναι αδύνατο”, ή κάτι τέτοιο. Αν και το κεφάλι του πονούσε τότε, κάπως καταλάβαινε ότι υπήρχε κάποιο πολύ σοβαρό πρόβλημα με αυτόν· κάτι που μάλλον οι γιατροί δεν είχαν ξανασυναντήσει ποτέ ως τώρα. Αν και για όλα υπάρχει η πρώτη φορά-σκέφτηκε, χωρίς, παραδόξως,  να τρομάξει ή να απελπιστεί ιδιαίτερα πια.

Είχαν περάσει ήδη μήνες-έτσι του φαίνονταν τουλάχιστον. Ούτε έτρωγε, ούτε έπινε όλο αυτό το διάστημα-δεν του έφερναν και τίποτα δηλαδή να φάει και να πιεί, μια και κανείς δεν έμπαινε τώρα στο δωμάτιο του. Αλλά δεν ένιωθε κιόλας και την ανάγκη για φαΐ και νερό,  Ούτε μπορούσε πια να ακούσει κάτι από τον έξω κόσμο, το οτιδήποτε, έστω και το πιο αδύνατο μακρινό θόρυβο κάποιου υπόγειου μηχανήματος νοσοκομείου εκεί κάτω, παρά μόνο το τρομακτικό σιωπηλό βουητό του σκοτεινού δωματίου, ενώ τα αντικείμενα και οι τοίχοι γύρω του, έπαιρναν όλο και πιο ασυνάρτητη μορφή, και γινόντουσαν σκέτες θολές και διαστρεβλωμένες σκιές· ήταν λες κι έχανε την όραση του-μια και δεν την χρησιμοποιούσε καθόλου πια. Ήταν σαν να του έδινε το σώμα του ένα σήμα ότι έχανε, σιγά σιγά, τις αισθητηριακές του ικανότητες μια και τις χρησιμοποιούσε πια όλο και πιο λίγο,  και φαίνονταν σαν το σώμα του να καταλάβαινε, ότι, σχεδόν σίγουρα, δεν θα τις ξαναχρησιμοποιούσε ποτέ.

Την έλλειψη της ανάγκης του για φαγητό και νερό την εξηγούσε λογικά, σαν αποτέλεσμα της πλήρους ακινησίας του· αφού δεν ξόδευε πια ενέργεια καθόλου, δεν είχε κι ανάγκη λήψης ενέργειας μέσω της τροφής. Για το νερό δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι, αλλά μάλλον ίσχυε κάτι ανάλογο. Όμως μέσα του γνώριζε ότι κάτι τον χόρταινε και τον κράταγε στην ζωή, κάτι έπινε και έτρωγε, αλλά με ένα τρόπο ριζικά διαφορετικό από ότι παλιότερα, που ακόμα δεν κατανοούσε, πλήρως. Από κάτω του-αν και δεν μπορούσε να γυρίσει να κοιτάξει ή να κινηθεί για να καταλάβει με την αφή- ήταν σίγουρος ότι το κρεβάτι του έλιωνε και ο ίδιος βυθίζονταν, σε μια φρικτή, βρώμικη μαύρη τρύπα, από λιωμένο ύφασμα και ξεσκισμένο, κομματιασμένο βαμβάκι. Κι αν κι αυτό ήταν καθαρά εικόνα που σχημάτιζε μόνο με την φαντασία του, παρόλα αυτά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι έτσι συνέβαινε.

 

Διαβάστε εδώ το Μέρος Β’

 

Main Image Reference

Tags: test , The Weird Side Daily , αίμα , Άνθρωπος , απορία , αρρώστια , Βαγγέλης Βενιζέλος , βακτήρια , βλέμμα , γιατροί , Γιατρός , γρίπη , διήγημα , διήγημα φαντασίας , δωμάτιο , επιδημία , επιστήμη , επιστήμονας , ζωή , ιοί , ιός , ιστοί , ιστορία , ιστός , κεφάλι , κορμί , μηχάνημα , νερό , νοσοκόμα , νοσοκομείο , όραση , πόδια , πόνος , πρόσωπο , πρωί , πυρετός , ραντεβού , ρολόι , στίγμα , σώμα , ταβάνι , τηλεφώνημα , τηλέφωνο , τρόμος , φαΐ , φαντασία , Φόβος , χαρτιά

Βαγγέλης Βενιζέλος

Δημοσιεύτηκε Ιούλιος 19, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.