Η Μπαλαρίνα

“Μια πολύ όμορφη μπαλαρίνα με μαύρα πουέντ εμφανίστηκε κι άρχισε να χορεύει υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν γνώριζε κανείς. Το φόρεμά της, θύμιζε πολλά φτερά παγωνιού ραμμένα μεταξύ τους…”

Ο Γκόμεζ καθόταν σε ένα σκαμπό μέσα στο μικρό καμαράκι και κάπνιζε αχόρταγα την πίπα του. Χάιδεψε την γκρίζα αλογοουρά του κι έριξε μια ματιά στην μαριονέτα που κρεμόταν στον τοίχο απέναντί του. Τα γουρλωτά, γαλάζια μάτια του ξανθού άντρα που αναπαριστούσε κοιτούσαν το κενό. Το στόμα του έχασκε ορθάνοιχτο. Ο Γκόμεζ ανασήκωσε το φρύδι.

«Σήμερα δεν είναι η σειρά σου…», μουρμούρησε.

Πήρε στα χέρια του ένα ξύλινο, τετράγωνο κουτί και το χάιδεψε απαλά χωρίς να το ανοίξει. Η δεξιά μεριά του χείλους του συσπάστηκε και μια υποψία χαμόγελου χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Φωνές άρχισαν να ακούγονται από έξω. Σηκώθηκε.

Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί στη μικρή πλατεία, μπροστά στην αυτοσχέδια σκηνή που είχε στήσει. Εκείνος πήγε προς το μέρος τους, έτεινε το καπέλο του κι άρχισαν να ρίχνουν μέσα το αντίτιμο του εισιτηρίου. Ο Γκόμεζ το κούνησε ικανοποιημένος και τα νομίσματα κουδούνισαν. Χαμογέλασε και μια σειρά από χρυσά δόντια άστραψαν κάτω από το φως του ήλιου. Ανέβηκε στη σκηνή. Όλοι σώπασαν.

«Κυρίες, κύριοι και παιδιά… καλωσορίσατε!», έκανε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια. «Σήμερα θα δείτε την Αντόνια Γκάμπλιν, να χορεύει για εσάς!»

Οι θεατές ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Εκείνος παραμέρισε την κουρτίνα. Μια πολύ όμορφη μπαλαρίνα με μαύρα πουέντ εμφανίστηκε κι άρχισε να χορεύει υπό τους ήχους μιας μελωδίας που δεν γνώριζε κανείς. Το φόρεμά της, θύμιζε πολλά φτερά παγωνιού ραμμένα μεταξύ τους. Τα ξανθά μαλλιά της, ήταν τραβηγμένα σε ένα σφιχτό κότσο, το πρόσωπό της έμοιαζε πορσελάνινο και φορούσε μαύρο κραγιόν στα χείλη.

Χόρευε ώρες ατελείωτες, και στροβιλιζόταν σαν μια αέρινη οπτασία που τα πόδια της δεν πατούσαν στο έδαφος. Οι αρμονικές κινήσεις της είχαν συνεπάρει το πλήθος που την κοιτούσε μαγεμένο. Καινούριοι θεατές έρχονταν συνεχώς και ο Γκόμεζ έτρεχε κοντά τους για να εισπράξει το αντίτιμο. Σιγά – σιγά η πλατεία γέμισε με κόσμο.

Όταν η παράσταση τελείωσε, η Αντόνια υποκλίθηκε, αλλά παρέμεινε στη σκηνή. Ο Γκόμεζ στάθηκε δίπλα της και την έπιασε απαλά από το μπράτσο. Μόλις έφυγε και ο τελευταίος θεατής, σήκωσε την κουρτίνα και της έκανε νόημα να περάσει. Η μπαλαρίνα δίστασε. Εκείνος στένεψε το βλέμμα και η κοπέλα υποχώρησε.

«Καλά τα πήγαμε και σήμερα δεν νομίζεις;», την ρώτησε σκαλίζοντας τα νομίσματα με τα χέρια του.

Εκείνη δεν μίλησε. Στεκόταν ακίνητη κι έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος της πλατείας. Ο Γκόμεζ ανασήκωσε τα φρύδια και την κοίταξε στα μάτια.

«Πρόσεχε!», της είπε. «Σε βλέπω κάθε φορά πώς κοιτάζεις το κοινό. Μην κάνεις καμιά ανοησία. Ξέρεις πολύ καλά ότι και να καταφέρεις εσύ να γλιτώσεις, ο αγαπημένος σου θα χαθεί για πάντα».

Εκείνη έριξε μια ματιά στη μαριονέτα που κρεμόταν στον τοίχο και χαμήλωσε το βλέμμα.

«Έτσι μπράβο. Και τώρα έλα. Ώρα να πηγαίνουμε», έκανε ο Γκόμεζ κι άνοιξε το ξύλινο κουτί που κρατούσε πριν ξεκινήσει η παράσταση.

Στο κέντρο του, υπήρχε μια υπερυψωμένη κυκλική βάση. Η Αντόνια σκούπισε το δάκρυ που κύλησε από το μάτι της, έκανε μια πιρουέτα στον αέρα, κι εξαφανίστηκε. Την επόμενη στιγμή, μια μικροσκοπική μπαλαρίνα εμφανίστηκε πάνω στη στρόγγυλη βάση. Ο Γκόμεζ της έριξε μια τελευταία ματιά, έκλεισε το κουτί και χαμογέλασε.

 

Tags: The Weird Side Daily , weird , αλλόκοτο , Αντόνια Γκάμπλιν , βάση , βλέμμα , δάκρυ , διήγημα , δόντι , δόντια , εισιτήριο , Ερωδίτη Παπαποστόλου , Ήλιος , θεατές , θεατής , καμαρίνι , καπέλο , κίνηση , κουρτίνα , κουτί , μαριονέτα , μάτι , μάτια , μελωδία , μπαλαρίνα , Παράσταση , πιρουέτα , πλατεία , πλήθος , πουέντ , σκηνή , φόρεμα , φτερά , φτερό , φωνές , φωνή , φως , χειροκρότημα , Χορός

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Δημοσιεύτηκε 14 Μαΐου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.