Αυτό δεν ήταν Εφιάλτης

Πότε; Πότε πήγαν όλα τόσο λάθος; Αυτό αναρωτιόταν από μέσα της η Μάντι καθώς διέσχιζε το σκοτεινό δάσος. Ποτέ δεν της άρεσε αυτό το δάσος, από όταν ήταν μικρό παιδί. Κάθε καλοκαίρι εκεί, στο σπίτι της γιαγιάς της, που στην πίσω αυλή του απλωνόταν το Δάσος. Και τι δάσος! Είχε φιλοξενήσει όλους τους εφιάλτες της […]

22 Απριλίου 2019

Πότε; Πότε πήγαν όλα τόσο λάθος;

Αυτό αναρωτιόταν από μέσα της η Μάντι καθώς διέσχιζε το σκοτεινό δάσος.

Ποτέ δεν της άρεσε αυτό το δάσος, από όταν ήταν μικρό παιδί. Κάθε καλοκαίρι εκεί, στο σπίτι της γιαγιάς της, που στην πίσω αυλή του απλωνόταν το Δάσος.

Και τι δάσος! Είχε φιλοξενήσει όλους τους εφιάλτες της από τα τέσσερα μέχρι τώρα τα δεκαεννιά της χρόνια. Πρώτα έβλεπε τα μάτια του Μπαμπούλα μεγάλα και πράσινα να την κοιτάζουν μέσα από τα κλαδιά. Έπειτα ήταν τα τέρατα, οι βρικόλακες, οι λυκάνθρωποι, οι στυγεροί δολοφόνοι. Μα για ένα πράγμα ήταν σίγουρη. Το λευκό κορίτσι που στεκόταν στην άκρη του δάσους τον τελευταίο χρόνο, δεν είχε ξεπηδήσει από κάποιον εφιάλτη της, παρόλο που έμοιαζε με τέτοιον.

Ήταν κάτασπρη – νεκρή δεν υπήρχε αμφιβολία – τα μαλλιά της ήταν κολλημένα στο κρανίο της και τα χέρια της κρέμονταν υποτονικά στο πλάι. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο, με πληγές που φαίνονταν να είχαν προκληθεί από κάποιο βαρύ αντικείμενο και τα μάτια της μαύρα. Μαύρα και απύθμενα…

Πότε πήγαν όλα στραβά;

Η ερώτηση ξαναεμφανίστηκε στο μυαλό της.

Ίσως όταν αποφάσισε να μιλήσει στον Τζέισον. Στον Τζέισον που γνώριζε από παιδί. Στον Τζέισον που δύο χρόνια τώρα αρνούταν να της μιλήσει. Στον Τζέισον που την κατηγορούσε για τον θάνατο της αδερφής του…

Κι όμως ήταν ο μόνος που είχε. Ο μόνος που θα την πίστευε.

Και την πίστεψε. Απλά όχι με τον τρόπο που νόμιζε εκείνη…

Πού πήγε; Πού μπορεί να πήγες Τζέισον…

Ερωτήσεις. Ερωτήσεις που δεν μπορούσε να απαντήσει.

Πού ήταν ο Τζέισον;

Γιατί αρνούταν να το συζητήσουν;

Τι θα γινόταν αν…;

Γιατί η Κέιτι αποφάσισε να βγάλει το μπρατσάκι της εκείνη τη μέρα;

Πώς θα μπορούσε η Μάντι να το έχει σταματήσει;

Πότε πήγαν όλα τόσο λάθος;

Του είχε μιλήσει για το Λευκό κορίτσι. Του την έδειξε. Κι ο Τζέισον την είδε. Και την πίστεψε. Και η Μάντι… Η Μάντι πίστεψε. Πίστεψε σε μια δεύτερη ευκαιρία.

Έκανε λάθος.

Ο Τζέισον δεν είδε το Λευκό κορίτσι. Τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που το έβλεπε η ίδια. Είδε μια κοπέλα, μια οπτασία, μια νεράιδα. Από τη μέρα εκείνη ερχόταν κάθε μέρα στην πίσω αυλή. Καθόταν με της ώρες μπροστά στο κορίτσι. Η Μάντι δεν άκουγε τι έλεγαν• δεν ήξερε καν αν μιλούσαν. Κάθε φορά που πλησίαζε, ο Τζέισον την έδιωχνε βιαστικά. Και καθώς περνούσαν οι μέρες δεν την έδιωχνε καν. Απλά την αγνοούσε. Σαν να μην υπήρχε. Σαν να ήταν εκείνη το φάντασμα…

Μα πού βρισκόταν;

Τα κλαδιά των δέντρων της έκλειναν τον δρόμο. Τα μάτια των νυκτόβιων ζώων γυάλιζαν τρομακτικά στο σκοτάδι. Και τι κυνηγούσε; Μια διαίσθηση. Πώς θα έβρισκε τον Τζέισον εδώ μέσα;

Image Reference

Δάκρυα απογοήτευσης ανέβηκαν στα μάτια της πριν προλάβει να τα συγκρατήσει. Ήταν χαμένος κόπος. Δεν θα έβρισκε ποτέ τον Τζέισον εδώ πέρα…

«Μάντι! Μάντι!» άκουσε ξάφνου τη φωνή του να την καλεί από μακριά.

«Τζέισον!» φώναξε πίσω και άρχισε να τρέχει προς την πλευρά από όπου ακούστηκε η φωνή του.

Τα κλαδιά συνέχιζαν να της κόβουν το δρόμο, αλλά η Μάντι ήταν αποφασισμένη να φτάσει στον Τζέισον. Η ανάσα της έβγαινε λαχανιασμένη καθώς έτρεχε ολοένα και πιο γρήγορα.

«Μάντι!» ξανακούστηκε η φωνή του Τζέισον πιο κοντά αυτή τη φορά.

Η Μάντι βρέθηκε ξαφνικά σε ένα ξέφωτο. Στη μέση του βρισκόταν ένα παλιό, ετοιμόρροπο σπίτι. Και στο κατώφλι του, στεκόταν ο Τζέισον.

Στεκόταν εκεί, έτοιμος να μπει στο σπίτι. Και δίπλα του, Αυτή.

Το Λευκό Κορίτσι της χαμογέλασε απόκοσμα σαν να της έλεγε με τα μάτια «Κοίτα. Κοίτα τι κάνω στον φίλο σου. Κοίτα. Μου ανήκει. Είναι δικός μου.»

«Τζέισον, όχι!» φώναξε η Μάντι κάνοντας ασυναίσθητα ένα βήμα προς το μέρος του.

«Δεν… δεν μπορώ να…» είπε ο Τζέισον με κόπο• δεν έλεγχε αυτός τις πράξεις του.

«Γιατί; Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε η Μάντι με δάκρυα απόγνωσης αυτή τη φορά.

Η νεκρή κοπέλα δεν απάντησε. Μόνο χαμογέλασε λίγο περισσότερο. Έπειτα έγνεψε. Και ο Τζέισον – με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του – έκανε το τελευταίο βήμα που τον χώριζε από το εσωτερικό του σπιτιου.

Η κραυγή του έσκισε τη νύχτα.

Η Μάντι ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα για τρίτη συνεχόμενη φορά. Η κραυγή του Τζέισον εξακολουθούσε να ηχεί στ’ αυτιά της.

Παραμερίζοντας τις κουρτίνες, κοίταξε έξω από το παράθυρό της, κατευθείαν στο δάσος.

Εκεί, στην άκρη του στεκόταν η Λευκή Κοπέλα.

Και δίπλα της – με την όψη του παραμορφωμένη πλέον – στεκόταν ο Τζέισον.

Ο Λευκός Τζέισον.

Ο Νεκρός Τζέισον.

 

Main Picture Reference

Tags: ghost , horror , scary , Spooky , Ατμόσφαιρα , διήγημα , θάνατος , ιστορία , Κορίτσι , μυστήριο , Πνιγμός , τρόμος , Φάντασμα

Άρτεμις Ζαχαράκη

Δημοσιεύτηκε Απρίλιος 22, 2019

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.