Super Speed Review: Hannibal

Κριτικές για τις τέσσερις ταινίες της άτυπης τετραλογίας του Hannibal.

10 Νοεμβρίου 2019

Έχοντας: (α) τελειώσει με δύο από τα τέσσερα βιβλία της σειράς θρίλερ του Τόμας Χάρις, (β) συζητήσει για ανησυχητικά πολλές ώρες για τα υπέρ και τα κατά της τηλεοπτικής μεταφοράς τους από τον Μπράιαν Φούλερ με την kohai μου, και (γ) μια ιδιαίτερη όρεξη για συκώτι, μαραθώνιο ταινιών και να ξαναδώ την «Σιωπή των Αμνών» με πιο ώριμη ματιά, αποφάσισα φέτος το καλοκαίρι να δω την άτυπη «τετραλογία» (ή καλύτερα «τριλογία και κάτι») ταινιών με τις περιπέτειες του δημοφιλούς -ψυχικά διαταραγμένου- ψυχίατρου Χάνιμπαλ Λέκτερ. Τέσσερις σκηνοθέτες, τρεις πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες, δύο ηθοποιοί, ένας χαρακτήρας.
Κυρίες και κύριοι, το γεύμα θα σερβίρεται αμέσως. Αλλά δε θα σας πω τι έχει, γιατί μετά δε θα θέλετε να φάτε. Χουχουχουχουχου…

1) Hannibal Rising (2007) – Low Pass

Σχόλιο: Ο ορισμός των ταινιών «Ως πρωτότυπος δημιουργός το γράφω για να μην κάνει κανείς άλλος κάτι χειρότερο» και «Τι αρέσει στον κόσμο αυτή τη βδομάδα», το «Χάνιμπαλ: Το Ξύπνημα του Κακού» είναι αυτό που παίρνεις όταν ένα στούντιο και ένας εκδοτικός οίκος κακομαθαίνουν με τις προηγούμενες οικονομικές και εικαστικές επιτυχίες τους.

Τι δουλεύει λοιπόν; Παραδόξως τα περισσότερα πράγματα. Η σκηνοθεσία είναι τίμια, οι ερμηνείες πολύ καλές (ο Γκασπάρ Ουλιέλ βγάζει κάτι το πολύ ανατριχιαστικό με την καλύτερη μίμηση του Χόπκινς που μπορούσε), η μουσική όμορφη, τα χρώματα σωστά.

Τι δεν δουλεύει; Οι χαρακτήρες ενδεχομένως να μπορούσαν να είναι αρκετά καλύτεροι και σε ένα σημείο το CGI είναι αρκετά κακό (τίποτα τραγικά κακό για την ιστορία, αλλά και πάλι). Μάλλον το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ότι εξηγεί έναν χαρακτήρα που μέρος της γοητείας του είναι το μυστήριο και το πόσο χαλαρή είναι η σύνδεσή του με τον ανθρώπινο ψυχισμό.

«Κοινώς, έχεις το πρόβλημα που έχουν όλοι με τα πρίκουελ συνήθως». Ναι, ίσως. Πάντως θα διαβάσω και το βιβλίο για μια πιο πλήρη εικόνα.

2) Red Dragon (2002) – sup{Pass}/Pass++

Σχόλιο: Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στην άτυπη τετραλογία των περιπετειών του καλύτερου χειρότερου ψυχίατρου και σεφ υψηλής γαστρονομίας, έχουμε τον «Κόκκινο Δράκο». Εδώ ο ντετέκτιβ Γούλιαμ «Γουίλ» Γκράχαμ, ειδικός στην κατανόηση των συμπεριφορών και των μοτίβων των κατά συρροή δολοφόνων και υπεύθυνος για τη σύλληψη του δόκτορα Χάνιμπαλ Λέκτερ, καλείται στην ενεργό δράση ακόμα μια φορά για να βρει έναν δολοφόνο οικογενειών με περίεργες ορέξεις. Όμως, δυστυχώς για τον ίδιο, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει πάλι τον Λέκτερ (και τις σκοτεινές του πτυχές) αν θέλει να πιάσει τη «Νεράιδα των Δοντιών»/τον «Μεγάλο Κόκκινο Δράκο» πριν το επόμενο έγκλημά του.

Το πρώτο βιβλίο του Τόμας Χάρις στο οποίο εμφανίστηκε ο δόκτωρ Λέκτερ σαν χαρακτήρας μεταφέρεται (για δεύτερη φορά –πρώτη ήταν μια άτυπη μεταφορά του το 1986 στον «Ανθρωποκυνηγό» του Μάικλ Μαν) στο σινεμά το 2002, έντεκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της λατρεμένης από κοινό και κριτικούς ταινίας «Η Σιωπή των Αμνών», με σκηνοθέτη τον όχι-πολύ-αγαπητό Μπρετ Ράτνερ και τους Έντουαρντ Νόρτον, Άντονι Χόπκινς, Ρέιφ Φάινς, Έμιλι Γουάτσον και Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν (μεταξύ πολλών ακόμα) στο καστ. Πώς ήταν λοιπόν;
Το καλύτερο πράγμα που μπορώ να πω για την ταινία είναι και το χειρότερο: είναι μία αρκετά πιστή, γρήγορη, και με πολύ καλή ροή μεταφορά του βιβλίου. Ενός βιβλίου το οποίο –αν δεν υποτίμησε υπερβολικά η παλιά έκδοση στην οποία το διάβασα- δεν έχει τη λεπτότητα και τη θεσπέσια ροή της «Σιωπής των Αμνών».

Εντάξει, ας πάμε για τα πιο θετικά (με πολλά μαγειρικά puns –γιατί έτσι) για αρχή. Η μουσική του Ντάνι Έλφμαν ήταν σαν σούσι από φούγκου -απειλητικά θεσπέσια και θεσπέσια απειλητική, οι ερμηνείες ήταν μετρημένες στις γεύσεις και τα μπαχάρια τους –με αυτή του Χόπκινς να έχει μία ευπρόσδεκτη ιδέα από προσούτο (σωστό είδος Large Ham/Υπερβολής, φαίνεται να το διασκεδάζει), και η σκηνοθεσία συνδύαζε ταυτόχρονα μια διαχρονική γεύση καλού αστυνομικού θρίλερ (σωστή χρήση κάμερας και χρωματικός κώδικας χωρίς να φαίνεται απίστευτα παλιομοδίτικο) με τα μυρωδικά και τις αποχρώσεις της προ δεκαετίας «Σιωπής…» (σχετικά πιστή προσέγγιση στην αισθητική της) και τις συμβάσεις ενός «πειραγμένου» fast food θρίλερ των early ‘00s (χαζά jump scares που ψευτοδουλεύουν γιατί η ταινία σε κρατάει). Επίσης ήταν καλή η δραματική οικονομία μερικών σκηνών, χωρίς όμως να στερείται σε πολύ μεγάλο βαθμό της ανάλυσης των χαρακτήρων (όπως και στο βιβλίο, ο Δράκος ήταν σχεδόν συμπαθητικός, η εξωτερίκευση της ψυχοπαθολογίας του εξαιρετική και η ιστορία του σωστά δοσμένη, ενώ φάνηκε όμορφα η πολύ ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση του Γκράχαμ, αν και πάλι δε φάνηκε αυτή η σκοτεινή πλευρά για την οποία μιλάει ο Χάνιμπαλ –αν και ίσως θεωρεί «σκοτεινή» την ανήθικη εφαρμογή της ενσυναίσθησής του;). Μάλιστα δε με πείραξαν καν κάποιες μικρές αλλαγές στην ροή των γεγονότων.

Τα προβλήματα αρχίζουν στη διαχείριση κάποιων χαρακτήρων και του χρόνου που περνάμε με τον καθένα. Ένας από τους πιο απολαυστικούς φόνους στο βιβλίο χάνει κάπως τη γοητεία του εξαιτίας του ότι δεν έχεις προλάβει να μισήσεις αρκετά το θύμα. Ή το πώς αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο δεν έχεις τόσο χρόνο να καταλάβεις τι παίζει με χαρακτήρες όπως ο Γκράχαμ και ο κοινωνικός του περίγυρος. Γλυτώσαμε μεν σε λίγο χρόνο μερικά βαρετά ή και άβολα κομμάτια αλλά κάτι χάνεται στην μετάφραση. Πάντως οφείλω να πω ότι το τέλος, αν και αρκετά διαφορετικό, ενισχύει την ιδέα της ματαιότητας και της απογοήτευσης όσον αφορά την ανθρώπινη φύση (και την στενόχωρη και σκοτεινή διαπίστωση γι’ αυτήν) με την οποία τελειώνει το βιβλίο. Πάντως σίγουρα είναι μια ταινία που θα πρότεινα να δει κανείς.

3) Silence of the Lambs (1991) (Rewatch) – sup{Pass++}/inf{High Pass}

Σχόλιο: Ώρα για εξομολόγηση. Όταν είχα πρωτοδεί πριν από σχεδόν 8 χρόνια (back-2-back με το “Seven” του Ντέιβιντ Φίνστερ –note to self: να ξαναδώ το “Seven”) την ταινία, δε με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ. Δεν ήταν κακή ταινία, προς θεού, απλά την περίμενα πιο «τρομακτική». Έχουν περάσει 8 χρόνια από τότε, και όντας πιο ώριμος σινεφίλ (που μπορεί να ξεχωρίσει μια ταινία τρόμου από ένα θρίλερ) και έχοντας διαβάσει το 2016 το πρωτότυπο βιβλίο –το οποίο και λάτρεψα, αποφάσισα να επισκεφτώ ξανά την ταινία του Τζόναθαν Ντέμι με πρωταγωνιστές τους Τζόντι Φόστερ και Άντονι Χόπκινς.

Η στιγμή της αλήθειας λοιπόν: Είναι η «Σιωπή των Αμνών» καλή σαν ταινία;

Σύντομη απάντηση; Ναι. Είναι πολύ καλή. Αναλυτικότερη απάντηση; Well…

Η σκηνοθεσία είναι πάρα πολύ καλή, με το shaky cam (με το οποίο δεν έχω πρόβλημα πλέον, γιατί δεν είναι δείκτης ανικανότητας του σκηνοθέτη –πάντα) να μην αποσπά από τις σκηνές και να δίνει μια μυσταγωγική κίνηση σε αυτές και τα ζουμ ιν (αν και κάποια από αυτά ήταν κάπως cheesy και είχαν μια αισθητική του ‘80) να δείχνουν την απομόνωση των χαρακτήρων και να τους θέτουν στο επίκεντρο όταν έπρεπε. Πάντως για κάτι που βγήκε το 1991 η ταινία κρατιέται πολύ δυνατά από την αισθητική και τις συμβάσεις των 80s (η κάμερα την κάνει να φαίνεται πιο παλιά απ’ ό,τι πραγματικά είναι). Μάλλον η φράση κλειδί που περιγράφει την ταινία είναι «μυσταγωγική αισθητική». Όχι τρόμος. Έχει έναν συγκεκριμένο ρυθμό που είναι αρκετά πιο απειλητικός απ’ ό,τι φαίνεται και κρατά τα ξεσπάσματά του για τις φάσεις που η ίδια η ταινία θέλει, αλλά δεν είναι ταινία τρόμου. Η υπόθεση είναι αρκετά καλογραμμένη και ενδιαφέρουσα, με το μυστήριο και τους χαρακτήρες να δένουν καλά μεταξύ τους. Φυσικά τίποτα δεν θα δούλευε χωρίς τις συναισθηματικές ταλαντώσεις της Φόστερ μεταξύ δυναμικής και ψυχρής πράκτορας του FBI και ψυχολογικά καταρρακωμένης κοπέλας που βρέθηκε σε υπερβολικά πιο βαθιά νερά απ’ ό,τι περίμενε, με τη συνοδεία της ψυχρής και απειλητικής ευγένειας του Χόπκινς. Γενικά οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές, αν και ο Buffalo Bill του Τεντ Λεβίν βρισκόταν σε πολύ λάθος μεριά του Uncanny Valley για να τον νιώσω. Που είναι λίγο πολύ το όλο νόημα του χαρακτήρα –απόκοσμα ανθρώπινος και μεγαλομανής, δεν ξέρεις αν θέλεις ή πρέπει να τον καταλάβεις ή να τον συμπαθήσεις- όπως είχα πει και στην κριτική μου για το βιβλίο.

«Is this a segway to the book?». You bet. Ναι, ας μιλήσουμε λίγο (και) για το βιβλίο.

Το βιβλίο το λάτρεψα –με εξαίρεση τον Μπιλ, ο οποίος δε μου άρεσε σαν ανταγωνιστής (που είναι κάπως ειρωνικό, αφού στον αρκετά πιο αδύναμο «Κόκκινο Δράκο» ο Δράκος μου φάνηκε πολύ πιο ενδιαφέρον χαρακτήρας, τόσο σαν απειλή, όσο και σαν πειραγμένη και ίσως κάπως συμπαθητική ψυχοσύνθεση). Η ταινία μεταφέρει αρκετά πιστά το βιβλίο και τη θεματολογία περί φύλου, ταυτότητας και «κραυγών» που θέλουμε να σωπάσουν, αν και έπαιξε κάπως πιο προβλέψιμα με τους χαρακτήρες των καλών και των «κακών» -εκτός από τον δρ. Φρέντι Τσίλτον, ο οποίος είναι απολαυστικά απαράδεκτος σε κάθε του εκδοχή.

Αλλά υπάρχει κάτι που με τσαντίζει στην ιστορία (λεπτομέρεια μεν, αλλά με χτυπάει σε λάθος μέρος). Γιατί να πουν ότι ο Μπιλ σκότωσε τον Ρασπέιλ; Οκέι, καταλαβαίνω τη δραματική οικονομία της ιστορίας (είχε ένα τέτοιο και ο «Κόκκινος Δράκος»), αλλά γιατί ο κατεξοχήν Overly Attached Boyfriend της σειράς (πριν και μετά το 1ο , το 2ο και το 4ο) να σκοτώσει τον εραστή του; Ακόμα και ο Ράτνερ το διαχειρίστηκε καλά αυτό. Δεν έχει νόημα!
«Ή οι ταινίες ποτέ δεν ήταν να γίνουν σειρά και ασχολείσαι υπερβολικά σοβαρά με κάτι που όλοι αγνοούν. Κάτι μου λέει ότι θα καλοπεράσεις με τη σειρά…». Ναι, πολύ πιθανό…

Τέλος πάντων, η ταινία είναι μια χαρά –μάλλον η καλύτερη δυνατή εκδοχή αυτής της ιστορίας που θα μπορούσαμε να δούμε ποτέ. Οποιαδήποτε αλλαγή θα το έριχνα ποιοτικά σαν ιστορία. Απλά το βιβλίο μου άρεσε περισσότερο.

4) Hannibal (2001) – sup{Semi-Pass}/inf{Pass}

Σχόλιο: Και τελειώνουμε την (κινηματογραφική) περιήγησή μας στο κεφάλι του δόκτωρ Λέκτερ με την ταινία που τον έχει για βασικό κακό, το “Hannibal” του 2001, σε σκηνοθεσία Ρίντλεϊ Σκοτ και μουσική Χανς Ζίμμερ(;! –Real shit? Damn). Έχει ομάδα, όχι αστεία. Αν εξαιρέσεις ότι έφυγε η Τζόντι Φόστερ. Και δεν σκηνοθετεί ο Ντέμι –αλλά και πάλι Σκοτ, τι μπορεί να πάει στραβά; Ε; Ε; Και ο Χάρις έγραψε και αυτό το βιβλίο με το ζόρι, μόλις δύο χρόνια πριν την παραγωγή της ταινίας, σαν το “Hannibal Rising”. Α, και το τέλος του βιβλίου προδίδει εντελώς τους χαρακτήρες! Μισό, τι λέγαμε;

«Θες να μας πεις καλύτερα τι θα βρούμε μέσα στα καρέ αυτής της ταινίας σε μια φτηνή απόπειρα να ακουστείς σαν οπισθόφυλλο από βιβλίο του Λέμονι Σνίκετ;». Εξαίσια ιδέα! Πριν προχωρήσετε αγαπητοί αναγνώστες σε αυτή την ταινία, θα πρέπει να ξέρετε ότι είναι μια ιστορία για έναν ψυχίατρο που το παίζει φιλόσοφος της Αναγέννησης, έναν αστυνομικό με βαριά οικογενειακή ιστορία, μια πράκτορα του FBI την οποία κράζουν τα Μέσα και η οποία θα μπορούσε χαλαρά να τους στείλει όλους στο διάολο, έναν παραμορφωμένο παιδεραστή με βεντέτα, 2700 κιλά ευέξαπτου χοιρινού με περίεργες ορέξεις, έναν σεξιστή μπάτσο με κόμπλεξ, μία νόστιμη γυναίκα που απλά θέλει να πάει στην όπερα, ένα επικίνδυνο γκουρμέ τραπέζι, μία γκραβούρα που δεν μπορείς πια να ανεβάσεις στο Tumblr (έχει γυμνά στηθάκια) και πολύ περισσότερα «Όκι-ντόκι» απ’ ό,τι περίμενα από μια ταινία με τον Χάνιμπαλ.
«Αυτό δε βγάζει νόημα». Αν δεις την ταινία θα βγάλει. Speaking of Satan, δεν θα ήταν η χειρότερη ιδέα να τη δεις. Σίγουρα οπτικά έχει ενδιαφέρον. Χρωματικά είναι σωστή με τα σωστά πιο σκούρα και ψυχρά χρώματα στις κατάλληλες φάσεις, και η κάμερα δίνει ωραία πλάνα –αν και δεν είμαι σίγουρος για την σε αργή κίνηση θολούρα που επέλεξαν για κάποια πλάνα (σουρεαλιστικό μεν αλλά δεν ξέρω αν με κέρδισε όσο θα ήθελα ή θα περίμενα). Οι ερμηνείες είναι τιμιότατες, η κοσμοπολίτικη αισθητική ευπρόσδεκτη και η μουσική αρκετά καλή. Και ο Ρασπέιλ εδώ είναι όντως θύμα του Λέκτερ! («Έχεις κολλήσει εσύ με τον Ρασπέιλ, λες και δεν υπάρχουν καλύτεροι χαρακτήρες! Εκεί, στο θέμα με το continuity!»)

Αλλά, δεν ξέρω, ένιωθα ότι τη μία φορά που είχαμε τον ιδανικό αντίπαλο απλά δεν βγήκε καλά αυτό. Φάγαμε πολύ ώρα σε πράγματα που ίσως μπορούσαν να φύγουν κάπως πιο γρήγορα και δεν είχαμε αρκετό χρόνο με την Κλαρίς και τον Χάνιμπαλ (αν και η Τζούλιαν Μουρ έδωσε εξαίσια την πιο σκληρή εκδοχή της και ο Χόπκινς έδινε αυτή την φονική ευγένεια –σε νέο επίπεδο αυτή τη φορά). Ό,τι πήραμε δεν ήταν κακό, απλά λίγο… λίγο. Δεν ξέρω. Θα μπορούσε να είναι καλύτερο –αλλά θα μπορούσε να είναι και πολύ χειρότερο.
«Να βάλω ένα “Η Τρίτη ταινία/ιστορία ήταν (κλασικά) η πιο αδύναμη”;» Τεχνικά 2η αλλά χρονολογικά 3η… Ζαλίστηκα… Αυτά βασικά.

Συνοψίζοντας, έχουμε μια καθόλου κακή σειρά ταινιών. Όλες οι ταινίες «Χάνιμπαλ» της άτυπης τετραλογίας του Χόπκινς σε ένα μικρό πακέτο κριτικών. Αυτά από μένα.
Καλό βράδυ και καλή σινέ-χεια, με πολλές καλές ταινίες!

Χρίστος Θομάτος

Main Picture Reference

Tags: Anthony Hopkins , Hannibal , Hannibal Lecter , Hannibal Rising , horror , Movies , Red Dragon , Review , Silence of the Lambs , Super Speed Review , thriller , weird , αλλόκοτο , Άντονι Χόπκινς , θρίλερ , Κινηματογράφος , κριτικές , Ταινίες , τρόμος , Χάνιμπαλ , Χάνιμπαλ Λέκτερ

Χρίστος Θωμάτος

Δημοσιεύτηκε Νοέμβριος 10, 2019

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.