Μη γυρίσεις να κοιτάξεις

«Μπαμπά, πάλι κάνει θόρυβο!» Ξύπνησε και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν μόλις δύο και μισή το βράδυ. Ήταν η τέταρτη μέρα των διακοπών τους, μα μέχρι στιγμής δεν είχαν πάει καθόλου όπως θα ήθελε. Όταν ήρθαν στο χωριό, ήταν ακόμα ξημερώματα, έτσι ώστε να έχουν όλη την ημέρα μπροστά τους. Το σπίτι ήταν παλιό και […]

16 Απριλίου 2019

«Μπαμπά, πάλι κάνει θόρυβο!»

Ξύπνησε και κοίταξε το ρολόι του. Ήταν μόλις δύο και μισή το βράδυ. Ήταν η τέταρτη μέρα των διακοπών τους, μα μέχρι στιγμής δεν είχαν πάει καθόλου όπως θα ήθελε. Όταν ήρθαν στο χωριό, ήταν ακόμα ξημερώματα, έτσι ώστε να έχουν όλη την ημέρα μπροστά τους. Το σπίτι ήταν παλιό και χρειαζόταν καθάρισμα. Και όχι ένα απλό καθάρισμα, μα γενική καθαριότητα και συντήρηση. Βέβαια αυτό θα γινόταν σιγά σιγά. Θα έμεναν δύο εβδομάδες, επομένως υπήρχε χρόνος. Τα παιδιά από την πρώτη στιγμή που κατέβηκαν από το αμάξι πήραν τα ποδήλατά τους και έκαναν βόλτες στην αυλή. Όλο το βάρος της καθαριότητας προφανώς θα έπεφτε στον ίδιο και στη γυναίκα του. Λίγες ώρες αργότερα το σπίτι ήταν έτοιμο για να μπορέσουν να μείνουν.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν από το ίδιο κιόλας βράδυ. Ένας θόρυβος τους ξύπνησε και τους τέσσερις μέσα στη νύχτα. Ήταν σαν ένα συνεχόμενο ουρλιαχτό και ένα χτύπημα κάποιου σιδερικού πάνω σε άλλο. Το αίμα τους πάγωσε. Τα παιδιά έκλαιγαν και φυσικά ο τρομαγμένος πατέρας δεν μπορούσε να δείξει λιγοψυχία μπροστά στην οικογένεια του. Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς την αποθήκη που ακουγόταν ο θόρυβος. Πήρε μαζί του για καλό και για κακό ένα μαχαίρι και ένα ξύλινο κοντάρι. Άναψε τα φώτα της αυλή και όποιο φως έβρισκε στον δρόμο του (αλήθεια το φως θα τρόμαζε ένα πραγματικό τέρας;) και πλησίασε την πόρτα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε την πόρτα. Το χέρι του πήγε γρήγορα στον διακόπτη και το φως άνοιξε. Τίποτα δεν ήταν εκεί. Και όμως ο θόρυβος συνέχιζε. Προσπάθησε να βρει από πού ερχόταν και τότε είδε τον παλιό σωλήνα. Για κάποιον λόγο, όλος αυτός ο βγαλμένος από θρίλερ θόρυβος προερχόταν από τον σωλήνα του νερού. Τι στο καλό; Μετά από λίγο ο ήχος σταμάτησε, αλλά αργότερα ξεκίνησε πάλι. Τα νεύρα του ήταν ήδη τεντωμένα από την κούραση της πρώτης ημέρας. Πήγε ξανά στην αποθήκη αυτή τη φορά χωρίς άλλες διεργασίες και άρχισε να χτυπάει τον σωλήνα μέχρι να σταματήσει.


Την άλλη μέρα το πρωί μοιράστηκε την εμπειρία του με τον ξάδερφο του. Είχαν πάει όλοι μαζί στην παραλία για μπάνιο.
«Α δυστυχώς αυτό συμβαίνει συχνά. Το βράδυ, το πότισμα των χωραφιών μειώνει την πίεση του νερού και περνάει αέρας για αυτό κι υπάρχει αυτός ο ήχος.»

Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ και πολλές φορές κατά τη διάρκεια του το ουρλιαχτό και το χτύπημα μεταξύ μετάλλων διέκοπτε τον ύπνο της εξοχής. Τα παιδιά κάποιες φορές ξυπνούσαν και έκλαιγαν και άλλες απλά το αγνοούσαν. Μα εκείνος άνοιγε τα μάτια του κάθε φορά. Τα νεύρα του είχαν αρχίσει να τεντώνουν. Δεν έφταναν τα τζιτζίκια, ήταν και ο Γκιώνης που από μικρό παιδί τον τρόμαζε. Ο θρύλος μιλούσε για ένα αγόρι που έψαχνε τον αδερφό του που είχε χαθεί και έγινε πουλί για να τον ψάξει. Έτσι κάθε βράδυ ακούγεται το πουλί να φωνάζει τον αδερφό του.

Μεγαλώνοντας φυσικά κατάλαβε πως απλά μιλάνε για ένα είδος κουκουβάγιας, μα οι θρύλοι μένουν χαραγμένοι μαζί με μια δόση παιδικού φόβου πάντα μέσα στην μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. Όλοι αυτοί οι ήχοι μέσα στη νύχτα θύμιζαν κακοκουρδισμένη μπάντα σε συναυλία. Σε διακοπές ήρθα, όχι σε εργοτάξιο.

Εκείνο το πρωί πίστευε πως είχε βρει την λύση που ζητούσε. Σύνδεσε την κεντρική παροχή του σπιτιού με έναν επιπλέον σωλήνα. Αυτός κατέληγε σε μια αντλία και η αντλία στο πηγάδι, λίγα μέτρα κάτω από την αυλή τους. Δεν θα έμπαινε ποτέ στον κόπο (και στα έξοδα) για κάτι τέτοιο, μα ευτυχώς όλα υπήρχαν ήδη εκεί στην αποθήκη και η σκέψη ήταν απλή. Τα βράδια που το νερό δεν φτάνει για να γεμίσουν οι σωληνώσεις, θα διέκοπτε την κεντρική παροχή και θα γέμιζε τους σωλήνες από το νερό του πηγαδιού. Το δοκίμασε και μέσα στην ημέρα και φαινόταν να λειτουργεί μια χαρά.
Η υπερηφάνεια που ένιωσε ήταν μεγάλη. Έπιαναν τα χέρια του, μα σαν άνθρωπος της πόλης δεν είχε συχνά τη δυνατότητα να εξερευνήσει αυτό το κομμάτι του εαυτού του. Το βράδυ όμως αναγκάστηκε να πάρει πίσω αυτή την υπερηφάνεια, αφού το πρόβλημα δεν σταμάτησε.

«Τέταρτο βράδυ, αν συνεχίσουμε έτσι εγώ λέω να φύγουμε.»

Η γυναίκα του φαινόταν να σοβαρολογεί, καθώς είχε ήδη σηκωθεί και πήγαινε προς το δωμάτιο των παιδιών για να τα ηρεμίσει. Δεν είχε σκοπό να χαλάσει τις διακοπές του για λίγο αέρα στις σωληνώσεις, μα ήξερε και ο ίδιος πως αυτός ο θόρυβος ήταν εκνευριστικός. Και για κάποιο λόγο τρομακτικός.
Βγήκε πάλι έξω και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της αποθήκης. Κάπου αριστερά του είδε δύο μεγάλα μάτια να τον κοιτάζουν. Ήταν μια κουκουβάγια και ο τρόπος που τον κοίταζε τον έκανε να ανατριχιάσει. Θυμήθηκε πάλι όλες τις ιστορίες και τους θρύλους που λέγανε σε παρέες γύρω από το τζάκι ή στο παγκάκι της πλατείας και όλοι τους προσπαθούσαν να ξορκίσουν τους φόβους τους. Μα πλέον αυτοί οι φόβοι ήταν αδικαιολόγητοι. Ήταν μεγάλος, είχε οικογένεια και…Και η κουκουβάγια τον κοιτούσε γαμώτο!

Άνοιξε την πόρτα και πήγε πάνω από τον σωλήνα. Έσκυψε στο πάτωμα. Θα έβρισκε την παροχή και θα έκλεινε το νερό. Θα έκοβε τελείως την παροχή. Έτσι κι αλλιώς νερό είχαν να πιούν στο ψυγείο και τώρα αν κάποιος ήθελε καζανάκι μέσα στη νύχτα, ας έκανε υπομονή! Πλησιάζοντας το πάτωμα το ουρλιαχτό του αέρα μέσα στον σωλήνα έγινε δυνατότερο. Μπορούσε να ορκιστεί ότι αυτό που ακουγόταν δεν ήταν απλός ήχος, μα περιείχε λόγια. Έσκυψε και άλλο, πιο κοντά βάζοντας το αυτί του σχεδόν πάνω στη μεταλλική επιφάνεια.
Εκτός από τον λευκό θόρυβο που ακουγόταν, ορκιζόταν πως μπορούσε να διακρίνει λέξεις. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί.
Βοήθεια… Πονάωωωωω….Βοήθεια…. Μην…Πίσω…. Μην…Κοιτάξεις….πίσω…

Τα τελευταία λόγια που άκουσε τον έκαναν να παγώσει. Με το βλέμμα ακόμα στραμμένο στο πάτωμα είδε μια σκιά να απλώνεται παντού πίσω του. Δεν μπορούσε να γυρίσει να κοιτάξει. Η σκιά μεγάλωνε. Ο θόρυβος στον σωλήνα ήταν ξεκάθαρος. Δεν έπρεπε να γυρίσει να κοιτάξει. Κάτι τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Ένιωθε στον σβέρκο του την ανάσα καυτή και ορκιζόταν πως το μέρος μύριζε κάτι καμένο. Θειάφι; Ήταν κάτι μεγάλο αυτό εκεί πίσω.
Έκλεισε τα μάτια του. Είχε παραλύσει από τον φόβο του. Μετά από λίγες στιγμές ένιωσε αυτό το –ό,τι κι αν ήταν – πλάσμα να απομακρύνεται.

Την ώρα που πήγε να πάρει μια ανάσα, συνειδητοποίησε πως η οικογένεια του ήταν στο σπίτι και η πόρτα ξεκλείδωτη. Άνοιξε τα μάτια του και γύρισε προς την πόρτα. Ένα φρικτό πλάσμα με τα μάτια κουκουβάγιας, κόκκινα να τον κοιτάζουν του επιτέθηκε. Όλα σκοτείνιασαν.

Ώρες αργότερα άνοιξε τα μάτια του. Ήταν δεμένος. Δεν ήταν σχοινί αυτό που ήταν γύρω του μα κάτι άλλο. Μοιάζει με…ιστό; Ήταν τυλιγμένος μέσα σε ένα κουκούλι. Δίπλα του άλλα τρία κουκούλια. Προσπάθησε να ουρλιάξει μα δεν έβγαινε φωνή. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο συνειδητοποιούσε τι περιείχαν τα κουκούλια δίπλα του. Μετά από λίγο μάζεψε όλη του τη δύναμη και άρχισε να φωνάζει για βοήθεια. Κουνιόταν πέρα δώθε προσπαθώντας να πέσει. Δίπλα του, όχι πολύ μακριά, υπήρχαν σωλήνες υδροδότησης. Έπαιρνε φόρα και τους χτυπούσε.
Λίγα μέτρα πιο πάνω σε μια άδεια αποθήκη, ακουγόταν ο αέρας στον σωλήνα. Στο δέντρο έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα της αποθήκης, στεκόταν μια κουκουβάγια.

Tags: dark , owl , scary , Spooky , αγωνία , αλλόκοτο , Ατμόσφαιρα , διήγημα , ιστορία , κουκουβάγια , μυστήριο , σκοτάδι , Σκοτεινό , τρόμος , Φόβος

Σταύρος Θάνος

Δημοσιεύτηκε Απρίλιος 16, 2019

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.