Γεύμα για δύο

  Έβαλε το κρέας στην κατσαρόλα να βράζει σε σιγανή φωτιά. Παράλληλα ο Σοπέν ακουγόταν από το παλιό γραμμόφωνο γεμίζοντας με απαλές μελωδίες το μικρό διαμέρισμα. Μισοέκλεισε τα μάτια του λικνίζοντας το κεφάλι του στον ρυθμό της μελωδίας. Πρόσθεσε σάλτσα ντομάτας με το κρέας και φυλλαράκια από βασιλικό. Ψιλοέκοψε μανιτάρια πλευρώτους μαζί με σκελίδες σκόρδο […]

27 Ιανουαρίου 2019

 

Έβαλε το κρέας στην κατσαρόλα να βράζει σε σιγανή φωτιά. Παράλληλα ο Σοπέν ακουγόταν από το παλιό γραμμόφωνο γεμίζοντας με απαλές μελωδίες το μικρό διαμέρισμα. Μισοέκλεισε τα μάτια του λικνίζοντας το κεφάλι του στον ρυθμό της μελωδίας. Πρόσθεσε σάλτσα ντομάτας με το κρέας και φυλλαράκια από βασιλικό. Ψιλοέκοψε μανιτάρια πλευρώτους μαζί με σκελίδες σκόρδο και τα ανακάτεψε προσθέτοντας ελάχιστο πιπέρι. Μία βελούδινη μυρουδιά ερωτοτροπούσε με τα ρουθούνια του.
Τελευταίο άφησε το ρύζι. Ενώ εκείνος άπλωνε το άλικο τραπεζομάντιλο στον μπουφέ και άναβε τα λευκά κεριά η κατσαρόλα κόχλαζε στην κουζίνα. Κατευθύνθηκε έπειτα προς το λιτό του υπνοδωμάτιο και με μία γρήγορη επιθεώρηση της γκαρνταρόμπας του επέλεξε ένα μαύρο πουκάμισο που συνόδευσε με ένα βελούδινο παντελόνι και καλογυαλισμένα μοκασίνια. Στον μικρό καθρέπτη του δωματίου χτένισε τα κορακίσια του μαλλιά προς τα πίσω. Έβαλε λίγη κολόνια στον λαιμό του και κοίταξε τον εαυτό του. Xαμογέλασε ικανοποιημένος. Ένα ζευγάρι λακκάκια χαράχτηκαν στο αψεγάδιαστο νεανικό του πρόσωπο. Όταν το κουδούνι χτύπησε το ρύζι ακόμα άχνιζε.
Η προσκεκλημένη κατέφθασε με ένα σαγηνευτικό χαμόγελο να στολίζει το λείο της πρόσωπό. Την φίλησε απαλά στο μάγουλο και την άφησε να περάσει. Βολεύτηκαν στο καθιστικό για λίγο. Γέμισε το ποτήρι της με παλιό Σκοτσέζικο ουίσκι και με ένα ονειροπόλο χαμόγελο έμεινε να κοιτά τις χρυσαφένιες μπούκλες που κυμάτιζαν στους ώμους της. Το στόμα της ανοιγόκλεινε. Φλυαρούσε απαλά, σχεδόν σαν τιτίβισμα πουλιού, αλλά εκείνος μόλις που την άκουγε. Το βλέμμα του ήταν στυλωμένο στο λείο της δέρμα και στα βελούδινα μαλλιά της.
Λίγη ώρα αργότερα την πρόσφερε μία θέση στο μπουφέ από ξύλο κερασιάς. Εκείνη χαμογέλασε γοητευμένη. Άνοιξε ένα καλό γαλλικό κρασί και γέμισε το ποτήρι της. Έφερε το κρυστάλλινο ποτήρι κοντά στην ντελικάτη μύτη της και έμεινε να απολαμβάνει την φίνα μυρουδιά του με μάτια μισόκλειστα. Σέρβιρε το κυρίως γεύμα με τη συνοδεία κλασσικών γαλλικών εδεσμάτων. Εκείνη ενθουσιάστηκε με το κυρίως πιάτο. Του εκμυστηρεύτηκε πως ποτέ δεν είχε δοκιμάσει κάτι τόσο ιδιαίτερο που να έκανε τους γευστικούς της κάλυκες να ριγήσουν από ηδονή. Δεν έπαψε να να τον συγχαίρει για τον εξαίσιο τρόπο που είχε μαγειρέψει το κρέας μέχρι που άδειασε το πιάτο της.
Η βραδιά κύλησε όμορφα. Την κουβέντα τους συνόδευσε ο Βιβάλντι και έπειτα ο Μότσαρτ. Εκείνη επέμεινε να μείνει μαζί του το βράδυ αλλά εκείνος αρνήθηκε ευγενικά προφασιζόμενος πως είχε πονοκέφαλο. Αν και ελαφρώς απογοητευμένη τον αποχαιρέτησε με την υπόσχεση πως θα ερχόταν ξανά. Φεύγοντας τον φίλησε στο μάγουλο με περισσότερη ζέση τώρα που η ανάσα της μύριζε κρασί. Όταν έκλεισε την πόρτα έμεινε να χαμογελά ικανοποιημένος.
Αν και κουρασμένος μάζεψε τα πιάτα. Έβγαλε τα ακριβά του μοκασίνια και ξάπλωσε στο κρεβάτι εξουθενωμένος. Δεν είχε την όρεξη να συμμαζέψει το ακρωτηριασμένο πτώμα στο μπάνιο. Θα το αναλάμβανε αύριο με την ησυχία του.

 

Tags: dinner , Flash-fiction , horror , δείπνο , τρόμος

Αγγελική Παπανικήτα

Δημοσιεύτηκε 27 Ιανουαρίου, 2019

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.