Ο Λόφος

“Παρακολουθώ το κυνηγητό των αστεριών και κάνω τα σενάριά μου για λίγη ώρα ως τη στιγμή που εξαφανίζονται ξαφνικά. Ήταν σαν να έσβησε κάποιος διακόπτης, ή κάποιος να έκλεισε την τηλεόραση την ώρα που έπαιζε η εκπομπή που έβλεπες τόσο ευλαβικά. Άρχισα την πορεία μου προς το σπίτι. Αισθάνομαι αδικαιολόγητα κουρασμένος…”

04 Απριλίου 2020

Ήταν βαρύς χειμώνας και αυτό επηρέαζε σημαντικά τη μικρή μας πόλη. Το κρύο τσουχτερό, οι δουλειές έπεφταν και η επιθυμία του κόσμου να μένει μέσα όλο και μεγαλύτερη. Η οικογένεια μου ήταν μεγάλη και όλοι μέναμε στο ίδιο σπίτι, το οποίο δυστυχώς δεν ήτν ευρύχωρο, οπότε υπήρχαν στιγμές που με έπιαναν τάσεις φυγής και ήθελα να το σκάω, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα σηκωνόμουν να βγω για περπάτημα στις 10 το βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, λίγο πριν ξεκινήσει θεωρητικά η νέα μέρα. Αυτό εκανα κι εκείνη τη νύχτα.

Καλυμμένος με ζεστά ρούχα, άφηνα το πρόσωπό μου μόνο να το χτυπά ο παγωμένος άνεμος για να αισθάνομαι κάθαρση. Ήταν κάτι σαν μικρή, προσωπική τελετουργία. Εγώ, ο φρέσκος αέρας και το φως του φεγγαριού να με καθοδηγεί στο αγαπημένο μου σημείο της περιοχής, το λόφο. Εκεί καθόμουν και το βλέμμα μου περιπλανιόταν από κάτω. Εκείνη την ώρα δεν περνούσαν άνθρωποι – ιδιαίτερα εκείνη την εποχή – αλλά έτσι κι αλλιώς δε με απασχολούσε. Εγώ ήθελα να βλέπω τα κύματα να περιφέρονται μπρος πίσω σαν τις λέξεις που πάμε να πούμε, αλλά δεν λέμε ποτέ. Να μυρίζω το αλάτι της θάλασσας που χαιδεύει την άμμο. Ενίοτε κατέβαινα στην παραλία, έβγαζα τα παπούτσια μου και περπάταγα πάνω της αργά και σταθερά. Ήθελα να νιώσω κι εγώ αυτό το “χάιδεμα”. Και ύστερα καμιά φορά επέστρεφα πάνω ξυπόλητος για να νιώσω και την ανάσα του χορταριού πάνω στη σάρκα μου, ακόμα και την ανάσα των βράχων.

Οι δικοί μου πίστευαν πως ήμουν τρελός. Προφανώς και θα το πίστευαν. Δεν το αρνιόμουν άλλωστε. Η σκέψη μου δεν ακολουθούσε τη σκέψη της μάζας. Φοβόντουσαν επίσης. Μήπως γλιστρήσω κάπου και αργήσουν να με βρουν ή με βρει κάποιος περαστικός που δεν θα έχει τις καλύτερες προθέσεις και άλλα τέτοια. Ορισμένες φορές φοβόμουν κι εγώ. Όχι επειδή ήμουν επηρεασμένος από αυτά που μου έλεγαν, αλλά επειδή πράγματι τύχαινε να αισθανθώ την παρουσία και κάποιου άλλου μαζί μου. Ήμουν άνθρωπος διαισθητικός πολύ και εμπαθής επίσης, οπότε μπορούσα να πιάσω εύκολα τις ενέργειες. Και αυτή η ενέργεια που έπιανα δεν ήταν απαραίτητα φιλική.

Είμαι πάνω στο λόφο. Αναπνέω βαθιά. Αφήνω τον αέρα από τα πνευμόνια μου να βγει αργά. Γύρω μου ηρεμία. Ο ουρανός είναι τόσο καθαρός, που μπορώ να δω κάθε αστέρι, ακόμα και τα πιο μακρινά, ή έτσι πιστεύω τουλάχιστον. Αγναντεύω εκεί πάνω, κάνω σχήματα στο μυαλό μου και με τα χέρια μου, το απολαμβάνω. Μέχρι που κάποια στιγμή παρατηρώ μερικά από τα αστέρια να κινούνται. Στην αρχή νομίζω πως είναι η φαντασία μου, ή ότι η μυωπία μου παίζει παιχνίδια στα μάτια μου, που δεν έχω αξιωθεί να αγοράσω ένα ζευγάρι γυαλιά. Μετά από λίγο όμως το ξαναβλέπω να συμβαίνει. Πιο έντονα. Τώρα το διακρίνω λίγο καθαρότερα. Τα κινούμενα αστέρια είναι τρία και μοιάζουν να χορεύουν και με τις σπαστικές κινήσεις τους να δημιουργούν φωτεινές ουράνιες σκιές. Και ίσως να υπάρχουν και κάποια άλλα χρώματα κάπου εκεί ανάμεσα. Ίσως λίγο πράσινο ή λίγο μοβ. Είναι εκθαμβωτικά. Κάποιες στιγμές φαίνεται να πλησιάζουν πιο κοντά σε εμάς και άλλες να απομακρύνονται πάλι προς τα πίσω. Θα μπορούσαν να είναι διάττοντες αστέρες ή ακόμη και μετεωρίτες ή κομήτες. Αφήνω τη φαντασία μου να τρέχει χωρίς να διαχωρίζω τι στέκει επιστημονικά και τι όχι. Είναι η αγαπημένη μου βραδιά στο λόφο μέχρι στιγμής.

Παρακολουθώ το κυνηγητό των αστεριών και κάνω τα σενάριά μου για λίγη ώρα ως τη στιγμή που εξαφανίζονται ξαφνικά. Ήταν σαν να έσβησε κάποιος διακόπτης, ή κάποιος να έκλεισε την τηλεόραση την ώρα που έπαιζε η εκπομπή που έβλεπες τόσο ευλαβικά. Στιγμιαία στεναχωρήθηκα, αλλά άρχισα την πορεία μου προς το σπίτι. Αισθάνομαι αδικαιολόγητα κουρασμένος, σαν να έχω ανεβοκατέβει το λόφο 30 φορές σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και να κουβαλούσα στην πλάτη μου ένα σακί πέτρες. Είναι αργά άλλωστε. Ανοίγω την εξώπορτα αργά για να μην ξυπνήσω τους δικούς μου και προχωρώ στις μύτες των ποδιών μου. Ανεβαίνω προσεκτικά τις σκάλες για να πάω στο δωμάτιό μου. Τότε είναι που παρατηρώ ότι οι πόρτες των υπολοίπων είναι ανοικτές, αλλά τα δωμάτια άδεια. Μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Συνεχίζω προς τα μέσα και έτσι όπως περνάω από τον καθρέφτη του χολ, ρίχνω μια ματιά σε μένα. Τα ρούχα μου είναι λεκιασμένα, σκισμένα σε διάφορα σημεία και το πρόσωπό μου ταλαιπωρημένο, όπως είναι όταν μένω άυπνος για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το ακόμα πιο περίεργο με χτυπάει όταν επιτέλους μπαίνω στο δωμάτιο μου να φορέσω καθαρά ρούχα. Την ώρα που αλλάζω, το μάτι μου πέφτει στο ρολόι που έχω πάντοτε πάνω στο κομοδίνο μου. Δείχνει 7:00 π.μ. Γουρλώνω τα μάτια και ανοίγω το στόμα μου σοκαρισμένος. Ακολουθούν τα παρακάτω συμπεράσματα:

Είναι πρωί.

Οι δικοί μου έχουν φύγει ήδη για τις δουλειές τους.

Είμαι ένα ράκος.

Έχω χάσει 7 ώρες μου από τη ζωή μου.

Δεν έχω καμία ανάμνηση, πέρα από τα αστέρια.

Τι σήμαιναν τελικά εκείνα τα αστέρια, ή οτιδήποτε άλλο ήταν;

Μπορεί κάποιος να υπνωτιστεί από αυτά;

Ποιος μου το έκανε αυτό;

Τι συνέβη πάνω στο λόφο;

Tags: αέρας , άνεμος , άνθρωποι , Άνθρωπος , αστέρια , βράδυ , Βράχος , δωμάτιο , ενέργεια , ζωή , ηρεμία , θάλασσα , κάθαρση , καθρέπτης , καθρέφτης , κύμα , λεκές , μάτι , μάτια , μέρα , μεσάνυχτα , νύχτα , οικογένεια , ουρανός , παραλία , παρουσία , πόλη , ρολόι , ρούχα , Σκέψη , σκίσιμο , σκοτάδι , σπίτι , τελετουργία , τρελός , υπνωτισμός , φεγγάρι , φως , χειμώνας , χορτάρι , ώρα

Βέρα Παπαδοπούλου

Δημοσιεύτηκε 4 Απριλίου, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.