Μόιρα

«Είμαι η Μόιρα, μια κακότυχη μάγισσα και αυτή είναι η ιστορία μου. Ήρθα σε αυτό τον κόσμο νωρίς, αλλά όχι αρκετά νωρίς ώστε να ξέρω πώς να ζω με ηρεμία και όχι πόνο, να με κοιτάζουν σαν ευλογία και όχι κατάρα, να νιώθω πως είμαι κοντά στην αθανασία χωρίς να είμαι αθάνατη….»

Είμαι η Μόιρα, μια κακότυχη μάγισσα και αυτή είναι η ιστορία μου.

Ήρθα σε αυτό τον κόσμο νωρίς, αλλά όχι αρκετά νωρίς ώστε να ξέρω πώς να ζω με ηρεμία και όχι πόνο, να με κοιτάζουν σαν ευλογία και όχι κατάρα, να νιώθω πως είμαι κοντά στην αθανασία χωρίς να είμαι αθάνατη. Είμαι μια γυναίκα που ποτέ δεν ταίριαξε σε αυτό τον κόσμο και γι’ αυτό το λόγο τον αφήνω…

Στέκομαι στο κατώφλι του Θανάτου και χτυπώ την πόρτα.

«Ποιος είναι;» ρωτά ο Θάνατος.

«Αυτή που περίμενες τόσο καιρό»

Ο Θάνατος ανοίγει ελαφρά την πόρτα και μπορώ να δω τη σκοτεινή του φιγούρα με ανησυχία για μάτια.

«Εγώ, Θάνατε»

Ο Θάνατος αρχίζει να χαμογελά, το χαμόγελο γίνεται γέλιο και το γέλιο γίνεται κραυγή.

«Πέρασε μέσα»

Υπακούω.

Είμαι η Μόιρα, μια κακότυχη μάγισσα και αυτή είναι η ιστορία μου. Ένα τέλος και μια αρχή.

 

Θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι ένα μπερδεμένο παιδί. Ήμουν άγρια, αλλά η μητέρα μου υπερπροστατευτική και ο πατέρας μου γλυκός, αλλά μερικές φορές σκληρός. Και εγώ ήθελα να είμαι ελεύθερη. Ακόμα θέλω να είμαι ελεύθερη. Και πάντοτε θα θέλω.

Στην ηλικία των 13 ανακάλυψα τις δυνάμεις μου. Ξεκίνησα σιγά σιγά με το να κουνώ τα φύλλα των δέντρων όταν δεν υπήρχε αέρας, να ανατινάζω μπάλες νερού με το μυαλό μου και να σβήνω τα φώτα του δωματίου μου όταν βαριόμουν να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι. Η μητέρα μου το παρατήρησε. Ανησυχούσε. Δεν το ενέκρινε. Γιατί ήμουν έτσι;

Θυμάμαι ήμουν 15. Έτρωγα καρύδια στην αυλή. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, αλλά τα σύννεφα προσπαθούσαν με δόλιο τρόπο να καλύψουν τον άρχοντα του σύμπαντος. Ήμουν εκστασιασμένη. Κοίταζα ψηλά. Ένας άντρας πλησίαζε. Δεν τον γνώριζα. Με κοίταζε μες τα μάτια. Τον κοίταζα κι εγώ. Η ψυχή του δεν ήταν αγνή. Χαμογελούσε. Μπορούσα να δω τα βρώμικα δόντια του, ακόμη και να μυρίσω την αηδιαστική του ανάσα. Πίεζε τα δάχτυλα του μες τις παλάμες του σαν νευρωτικός. Συνέχισα να κοιτάζω τα πράσινα μάτια του. Σταδιακά το παράξενο χαμόγελό του εξαφανιζόταν. Τώρα βίωνε πόνο, σωματικό πόνο. Άκουσα ένα γρύλισμα και ύστερα είδα αίμα να τρέχει στα μάγουλά του. Ούρλιαξε. Οι γονείς μου έτρεξαν έξω και είδαν ένα ματωμένο άνθρωπο έξω από το σπίτι τους. Με έστειλαν μέσα και στη συνέχεια άκουγα συνεχώς τα απαίσια πράγματα που άρχισαν να λένε οι άνθρωποι γύρω μου.

Εγώ ήμουν αυτή που προκάλεσε την αιμορραγία. Εγώ ήμουν η επικίνδυνη. Ήμουν μάγισσα έλεγαν και έφτυναν στο έδαφος. Είμαι ένα φτύσιμο στο έδαφος; Ήξερα ότι εκείνος επρόκειτο να μου κάνει κακό. Και τι σημαίνει το να είσαι μάγισσα; Σημαίνει να είσαι γενναία; Να είσαι εκδικητική; Να είσαι ισχυρή;

Μέρα με τη μέρα μάθαινα να κατανοώ τις δυνάμεις μου και να τις ελέγχω όλο και περισσότερο. Διάβασα βιβλία, άκουσα ιστορίες και έγραψα για τις δικές μου, προσωπικές εμπειρίες. Ήθελα να ξεδιπλώσω τον εαυτό μου. Οπότε στην ηλικία των 18, έφυγα.

 

Main Image Reference

Tags: αέρας , αθανασία , αίμα , αιμοραγία , ανάσα , άντρας , άρχοντας , βιβλία , βιβλίο , γυναίκα , δέντρο , δόντια , δυνάμεις , δύναμη , δωμάτιο , έδαφος , θάνατος , ιστορία , ιστορίες , κατάρα , κραυγή , μάγισσα , μάτια , μέρα , μητέρα , μοίρα , νερό , Παιδί , πόνος , σύμπαν , Υπερφυσικό , φύλλα , χαμόγελο , Ψυχή

Βέρα Παπαδοπούλου

Δημοσιεύτηκε Μάρτιος 14, 2020

Σχόλια και απόψεις.

Η γνώμη σας είναι πάντα καλοδεχούμενη.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για τα νέα μας πρώτοι, απευθείας από το email σας.